Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Δευτέρα 13 Μαρτίου 2017

«Το βαλς της Αμελί» του Ιωάννη Αθανασίου



Το χέρι της πίεσε το διακόπτη και το φως έδιωξε το σκοτάδι. Το δωμάτιο την περίμενε ακριβώς όπως το άφησε. Καθαρό, τακτοποιημένο, φιλόξενο. 
 
Γύρισε και τον κοίταξε. Η αύρα του είχε ακολουθήσει δουλικά τη δικιά της και η αναπνοή του χάιδευε την ανάσα της. Αναζήτησε ανυπόμονα τα χείλη του αλλά αυτός την απέφυγε. Απορημένη τον είδε να ξεφεύγει από τη μαγνητική της επιρροή και να εμφανίζει ταχυδακτυλουργικά στο χέρι του ένα μικρό αμπαλαρισμένο κουτί. Του χαμογέλασε διερευνητικά.

«Τι είναι αυτό; Αποχαιρετιστήριο δώρο;».

«Δεν θα μάθεις ποτέ εάν δεν το ανοίξεις». 


Το γοητευτικό του χαμόγελο αφόπλισε για άλλη μια φορά τη φωνή της και απορύθμισε τους κτύπους της. Έκρυψε την αμηχανία της στις αδέξιες κινήσεις που κομμάτιαζαν το πολύχρωμο περιτύλιγμα. Ένα ροδόχρωμο μουσικό κουτί-μπιζουτιέρα αποκαλύφτηκε και αποτελείωσε τις ελπίδες της. Πάνω του ήταν ζωγραφισμένοι μια μπαλαρίνα και ένας στρατιώτης σε χορευτική στάση. 
 
Γύρισε προς το μέρος του και αντίκρισε την έντονη ματιά του. Ένοιωσε τις κόρες των ματιών του να βυθίζονται βασανιστικά στις δικές της. Με κόπο κατόρθωσε να απελευθερωθεί από τα θελκτικά δεσμά τους.

Άφησε απαλά την μπιζουτιέρα στο διπλανό τραπέζι και βάδισε σιωπηλά προς το παράθυρο. Λευκόχρυσες λάμψεις φώτισαν αναπάντεχα τη φθινοπωρινή νύχτα και προανήγγειλαν τον ερχομό μιας βίαιης καταιγίδας. Οι πρώτες σταγόνες κτύπησαν αδιάκριτα τα τζάμια και  μαρτύρησαν την πρόωρη άφιξή της. Η ψυχή της συντονίστηκε με την ανταριασμένη φύση και τα πρώτα αθέλητα δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της.
 
«Όλα τελειώνουν αυτό το βράδυ», σκέφτηκε. «Ακόμη και ο ουρανός κλαίει. Γιατί να μην κλάψω και εγώ;».

Ο σαγηνευτικός ήχος ενός χιλιοπαιγμένου βαλς διέκοψε απότομα τις σκέψεις της. Ήταν το δικό τους βαλς. Το βαλς της Αμελί.

Γύρισε αιφνιδιασμένη και σάρωσε το χώρο. Η υγραμένη ματιά της σταμάτησε στο ροδόχρωμο μουσικό κουτί. Η μπαλαρίνα και ο στρατιώτης δεν ήταν πια ζωγραφιστοί. Με ένα μαγικό τρόπο είχαν ελευθερωθεί από τη σκοτεινή φυλακή τους και είχαν ζωντανέψει σε δύο ξυλόγλυπτες χορευτικές φιγούρες που κουνούσαν συντονισμένα χέρια και πόδια σε ένα λατρεμένο ρυθμό. Αυτόν που είχαν πρωτοακούσει ως θεατές μιας ευφάνταστης ταινίας και είχε αποτελέσει την έμπνευση μιας αιθέριας χορογράφησης. Το βαλς της Αμελί.

Σήκωσε το βλέμμα της να τον κοιτάξει. Εκείνος είχε ήδη μηδενίσει την απόσταση και είχε φτάσει κοντά της. Χωρίς καμιά αντίσταση, τον άφησε να παραβιάσει τα όρια του κορμιού της και να την εγκλωβίσει σε εκείνη τη μοναδική χορευτική στάση. Αμίλητη ακολούθησε τα πλανευτικά του βήματα και άρχισε να στροβιλίζεται για πολλοστή φορά μαζί του. Μαγεμένη τον συνόδεψε σε μια αγχωτική προσπάθεια να ξεπεράσουν σε ομορφιά και χάρη τους ξυλόγλυπτους ανταγωνιστές τους, πριν εκείνοι προλάβουν να χαθούν για πάντα στα σκοτεινά δεσμά τους. Και με την καταιγίδα να λυσσομανάει, αλλά αδύνατη να διακόψει το χορευτικό τους όνειρο, άφησε τη σκέψη της καρδιάς της να αποδράσει σε ένα πρόσφατο παρελθόν.

Δύο χρόνια είχαν περάσει που τον συνάντησε στη νεότευκτη σχολή χορού. Εκείνος ένας φτασμένος χορευτής και δάσκαλος και εκείνη η πολυτάλαντη μαθήτριά του. Γρήγορα έγιναν ζευγάρι. Αρχικά στο χορό και μετά στη ζωή. Σ’ ένα ζευγάρωμα τόσο έντονο και αισθαντικό που ξεπέρασαν και το πιο τολμηρό τους όνειρο. Με πολλά βραβεία και διακρίσεις και στο χορό και στη ζωή τους. Ακόμη και χορευτικό κομμάτι έκαναν δικό τους. Το βαλς της Αμελί.
 
Αυτή τον αγάπησε απόλυτα. Εκείνος όμως αγάπησε, πάνω απ’ όλα, τη δουλειά του. Είχε έρθει η ώρα να δοκιμάσει το αστείρευτο ταλέντο του και σε πιο απαιτητικές προκλήσεις. Σε νέες πίστες, που εκείνη δεν μπορούσε να τον ακολουθήσει. Και έπρεπε να τον στερηθεί. Να τον αποχαιρετήσει. 

Ήταν αυτός όμως που διάλεξε τον αλησμόνητο τρόπο. Να χορέψουν για τελευταία φορά  το βαλς της αγάπης τους. Το βαλς της Αμελί.

Συγγραφέας: Ιωάννης Αθανασίου - Σπουδαστής Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου