Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

“Guernica” της Μαρίας Πηδιά



Ξύπνησα αχάραγα όπως κάθε μέρα σίγουρη πως με περίμενε άλλη μια κουραστική μέρα στη δουλειά. Μόλις ξημέρωσε κι όμως ανυπομονούσα να έρθει το βράδυ για να επιστρέψω στο σπίτι και ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου, να απολαύσω τη συνέχεια από ένα καινούριο μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε μόλις πριν λίγους μήνες και έγινε αμέσως best seller. Ανυπομονούσα να μάθω τη συνέχεια. Μέχρι τότε όμως έπρεπε να περάσω άλλη μια μέρα εργαζόμενη στη μικρή βιοτεχνία ρούχων στην νότια άκρη της πόλης, για να συνεισφέρω οικονομικά στην οικογένειά μου που τα έβγαζε δύσκολα πέρα.

Οι συνθήκες στη χώρα δεν ευνοούσαν τον εφησυχασμό. Όλοι μιλούσαν για την ανυποχώρητη στάση των δημοκρατικών απέναντι στις πιέσεις και τις δικτατορικές αποφάσεις του Φράνκο στα σύνορα του βόρειου τμήματος της Ισπανίας. Το να’ σαι Βάσκος για τους κυβερνώντες είναι αμάρτημα. Ποτέ δεν κατάλαβα ποιά είναι η λογική πίσω από αυτή την αντίληψη. Όταν γεννήθηκα δε με ρώτησε κανείς σε ποιά φυλή ήθελα να ανήκω και οπωσδήποτε δεν βρίσκω κάτι κακό στην καταγωγή μου. Έπειτα όλη αυτή η μανία για την εξουσία μου μοιάζει ανώφελη. Σημασία έχει να βάλεις χαρούμενα χρώματα στη ψυχή σου, να έχεις φαγητό στο τραπέζι σου και να μπορείς να ζεις την κάθε μέρα δίνοντας της νόημα από την ύπαρξή σου, έστω κι αν πρέπει να εργάζεσαι για να ζήσεις.
Η μικρή πόλη μου, η Γκερνίκα, αποστασιοποιημένη από συμπλοκές και απομακρυσμένη από επικίνδυνες ζώνες, τα λεγόμενα στρατηγικά σημεία,  πρόσφερε σε όλους μας την αίσθηση της ασφάλειας, το ίδιο και σε μένα, αφού δεν αποτελούσε κίνδυνο για κανέναν. Ψευδαίσθηση όπως εκ των υστέρων αποδείχτηκε. Προσωπικά, όλη αυτή η αντιπαλότητα πολιτικών και στρατιωτικών μου φαινόταν ξένη προς την ιδιοσυγκρασία μου. Για μένα τα σημαντικά ήταν άλλα. Με απασχολούσε το καλό της οικογένειάς μου και ονειρευόμουν ένα μέλλον με καλύτερες προοπτικές για τον εαυτό μου. 
Όλη την ημέρα έριχνα κλεφτές ματιές στο εκκρεμές. Όταν πια οι δείκτες έδειχναν τέσσερεις άκουσα τον κούκο και αναθάρρεψα. Ικανοποιημένη που έφτασε στο τέλος της άλλη μια μέρα κοπιαστικής εργασίας, μάζεψα βιαστικά τα πράγματά μου, χαιρέτισα τις συναδέλφους και έκλεισα πίσω μου την πόρτα.
Βγαίνοντας από τη βιοτεχνία προχώρησα προς τον κεντρικό δρόμο. Ελάχιστα βήματα πάρα πέρα, αντίκρισα το πεντάχρονο αγοράκι που σχεδόν καθημερινά συναντούσα να παίζει με την μπάλα στο δρόμο, μπροστά από την αυλή του σπιτιού του, όπως και σήμερα. Προσπάθησα να θυμηθώ το όνομά του αλλά δεν τα κατάφερα. Τι σημασία είχε άλλωστε; Από την ανοιχτή πόρτα του σπιτιού διέκρινα τη μητέρα να σκουπίζει το σαλόνι και κάθε τόσο να ρίχνει διερευνητικές ματιές στο παιδί.
Πιο πέρα με περίμενε η πλατεία. Από εκεί θα έκοβα δρόμο. Συνάντησα και πάλι το γνωστό εκείνο άγαλμα που κοσμούσε το κεντρικό σημείο της πλατείας και παρίστανε ένα γεροδεμένο πολεμιστή να ατενίζει αγέρωχα τον ορίζοντα και να κρατά στο πλάι με υπερηφάνεια το σπαθί του. Έμοιαζε τόσο ζωντανό που κάποιες φορές, θαρρείς και με κοιτούσε. Έκανα μπροστά του έναν ευδιάθετο χαιρετισμό – όπως όταν συναντάς έναν φίλο - και προχώρησα.  Με γοργό βήμα έφτασα στην αντίπερα μεριά του δρόμου. Περαστικοί με προσπερνούσαν δίχως να με κοιτάζουν. Είχε ο καθένας το δικό του προορισμό.
Έκανα μια μικρή στάση για να πάρω τα αγαπημένα μου γεμιστά μπισκότα κανέλλας από το γωνιακό παραδοσιακό ζαχαροπλαστείο του Σεμπαστιάν. Μέχρι να ετοιμαστεί η παραγγελία μου παρακολουθούσα έξω από το τζάμι. Σχεδόν πάντα οι ίδιοι άνθρωποι που κάνουν σχεδόν πάντα τις ίδιες ενέργειες. Ένας αμαξάς σταμάτησε μπροστά από την είσοδο στο απέναντι τυπογραφείο. Ναι. Αυτή ήταν η ώρα του. Δεν είχε ούτε ένα λεπτό χρονικής απόκλισης! Λες και είχε ενσωματωθεί στους νευρώνες του ένα από εκείνα τα ακριβά ελβετικά ρολόγια τσέπης. Τζουσέπε ο υπέρ ακριβής, ο υπέρ αναλυτικός, ο υπέρ προνοητικός! Σίγουρα αυτός ο συμπαθητικός κύριος Φρόυντ θα ενδιαφερόταν να τον μελετήσει.  Πρόσεξα με πόση ηρεμία έστεκε καμαρωτό το άλογο και περίμενε μέχρι να του δώσει σήμα ο ιδιοκτήτης για να προχωρήσει.
Μια συνηθισμένη μέρα. Έτσι νόμιζα. Και δεν ήμουν η μόνη στην πόλη μου που είχα αυτή την πεποίθηση. Μέχρι τη στιγμή που το αναπάντεχο σε κάνει να εύχεσαι ολόκληρη η ζωή σου να ήταν μια ευθεία γεμάτη ρουτίνα. Χίλιες φορές καλύτερα! Χρειάστηκε μόνο ένα λεπτό για να αλλάξει η ροή των γεγονότων. Ποιά αναλογία άραγε να καταλαμβάνει ένα λεπτό στον ατέρμονο χρόνο της αιωνιότητας; Γύρισα το κεφάλι προς το κάλεσμα του ζαχαροπλάστη που περίμενε να πληρωθεί. Δεν πρόλαβα να δώσω το αντίτιμο, ούτε καν να μυρίσω τα μπισκότα. Χύθηκαν στο πάτωμα και θρυμματίστηκαν από τον τρόμο του ιδιοκτήτη καθώς ακούστηκε ο πρώτος κρότος να διαπερνά την οροφή και να σκάει μπροστά από το μαγαζί καλύπτοντας με μαύρο καπνό τη θέα.
Έστρεψα το κεφάλι προσπαθώντας να αντιληφθώ τι συνέβη. Πρώτο θύμα ο Τζουζέπε. Το άλογο διαμαρτυρόταν, προσπαθούσε να σπάσει τα δεσμά του για να πλησιάσει τον αφέντη του. Η απειλή διέσχιζε τους διαδρόμους του ουρανού. Απρόσωπη, ασταμάτητη, ασυγκίνητη. Όλη η αγριότητα της ανθρώπινης βούλησης μεταφέρθηκε μέσα σε σιδερένιες μάζες που έσκαγαν αδιακρίτως στην πόλη και άφηναν πίσω τους θάνατο και θρήνο. Στρατιώτες που έμοιαζαν με μικρά παιδιά απορροφημένα στο παιχνίδι πολέμου που ξεκίνησαν. Λες και σκότωναν πλαστικά στρατιωτάκια. Ο πανικός υπήρχε σε όλη την αχτίνα του οπτικού μου πεδίου. Σε λίγο ένας ακόμα εκκωφαντικός θόρυβος διέσχισε τον ουρανό και ελάχιστα βήματα πάρα πέρα το τυπογραφείο κατέρρευσε. Ένα λεπτό … Όσο να τραβήξεις το μοχλό και η βόμβα να σκάσει στη γη.
Το μυαλό μου σταμάτησε. Δεν καταλάβαινε, κοιτούσα μέσα από το τζάμι να γκρεμίζονται όλα και στη θέση τους να υπάρχει μόνο καπνός από σκόνη. Ξεχώρισε μια μικρή λάμψη από το καλώδιο του στύλου της ηλεκτρικής καθώς έπεσε σε ένα δέντρο. Ο ζαχαροπλάστης με τράβηξε προς το υπόγειο, εκεί που ήταν το καταφύγιο που, όπως μου εξήγησε, έφτιαξε τότε, την περίοδο του Μεγάλου Πολέμου.   
Όταν ο θόρυβος σταμάτησε να ακούγεται, βγήκαμε έξω. Παρατήρησα ότι η μέρα είχε πάρει μια μουντή απόχρωση, ένα μείγμα από όλες τις βαθμίδες του γκρίζου. Το άλογο εξακολουθούσε να χλιμιντρίζει, θρηνούσε με το δικό του τρόπο δίπλα από το τυπογραφείο που φλεγόταν. Κοίταζε τριγύρω το σκηνικό. Ένα μέρος που το τρόμαζε και το τραυμάτισε. Ασυναίσθητα πλησίασα κοντά του. Το έλυσα, μόνο που πια δεν μπορούσε να φύγει επειδή ήταν πληγωμένο στα πόδια. Σε λίγο, ξεψύχησε.
Δεν ξέρω γιατί, κάτι απροσδιόριστο με παρακίνησε να πάρω μαζί μου μια λάμπα πετρελαίου που βρήκα στα συντρίμμια. Σκέφτηκα πως ήταν το μόνο που σώθηκε από εκείνο το δρόμο και άξιζε να περιφρουρηθεί για να θυμίζει τον παραλογισμό μιας άνισης μάχης.
Έτρεξα προς το σπίτι μου. Ανησυχούσα για την οικογένειά μου. Η πλατεία μετατράπηκε σε νεκροταφείο. Παντού πέτρες, διαμελισμένα πτώματα και στη μέση το άγαλμα του πολεμιστή μου. Πεσμένο στο έδαφος με διάπλατα τα χέρια και το σπαθί στραμμένο προς το μέρος της κοιλιάς του να του τρυπά σαν ξιφολόγχη την αριστερή πλευρά, ίδιος ένας άλλος Εσταυρωμένος που θυσιάστηκε προς χάριν της ματαιόδοξης προσπάθειας εκείνων των ανθρώπων που η παραζάλη της εξουσίας τους έχρησε αυτόκλητους  Θεούς.
Τα ουρλιαχτά και ο πόνος της μητέρας έστρεψε το βλέμμα μου προς το μέρος της. Καθισμένη στην άσφαλτο, κρατούσε αγκαλιά το άψυχο πια σώμα του πεντάχρονου παιδιού. Δάκρυα, αλαλαγμός, πόνος. Τριγύρω πτώματα και τραυματίες. Και μέσα σε όλη αυτή την παραφροσύνη, ένα περιστέρι πέταξε ψηλά, μεταφέροντας στις λαβωμένες φτερούγες του το μήνυμα.
«Πού βρίσκει τη δύναμη να πετά ακόμα;», αναρωτήθηκα.  

Συγγραφέας: Μαρία Πηδιά - Σπουδάστρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...