Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

"Ότι αγαπάς μένει δικό σου" της Μαρίας Πηδιά



Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, η μητέρα μου - κάτι βιαστικές Κυριακές που βρισκόταν ξεκούραστη στο σπίτι – συνήθιζε να μου αφηγείται τις αναμνήσεις της γεμάτες αλμύρα και ήλιο, βγαλμένες από την Ίο της δεκαετίας του εξήντα και εβδομήντα.
Οι γονείς μου πριν ακόμα από την πτώση της δικτατορία, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα για δύο εξίσου σημαντικούς λόγους. Επειδή δεν έβρισκαν δουλειά και έπρεπε να θρέψουν τρία ανήλικα παιδιά και εξαιτίας του αριστερού παρελθόντος του πατέρα μου που ελλόχευε κινδύνους για την ασφάλειά του. Ένας μακρινός ξάδερφος, τους κανόνισε visa για τη Βοστώνη. Έτσι, μάζεψαν τα λιγοστά υπάρχοντά τους και μετανάστευσαν – προσωρινά όπως πίστευαν – στη Γη της Επαγγελίας, όπως την αποκαλούσαν κάτι γείτονες που είχαν ήδη φύγει κατά ‘κει τα παιδιά τους.

Η μητέρα μου δούλευε σε ένα εργοστάσιο παρασκευής συσκευασμένων προϊόντων και ο πατέρας μου σε μια νεοσύστατη τότε εργοληπτική εταιρεία ως οικοδόμος. Τους πήρε η καθημερινότητα και τελικά δεν επέστρεψαν ποτέ πίσω. Στη Βοστώνη απέκτησαν και τα άλλα δύο παιδιά τους, εμένα και την Εύα, το στερνοπούλι μας. Ώσπου έφτασε το πλήρωμα του χρόνου και για τους δύο. Έφυγαν. Πρώτα η μητέρα μου από καρδιακή ανακοπή και ένα μήνα αργότερα ο πατέρας μου από αυτοάνοσο νόσημα. Έμεινα δίπλα του μέχρι την τελευταία του πνοή. Πάντα μου είχε αδυναμία. Κρατούσε το χέρι μου με όση δύναμη του απέμεινε όλο το βράδυ. Μόλις ανέτειλε ο ήλιος έπεσε σε κόμμα και δύο ώρες αργότερα, το έσκασε από έναν κόσμο που πια δεν περιελάμβανε αυτήν που αγαπούσε. Από αυτόν κράτησα μονάχα την ηχώ της φωνής του να μου λέει κομπιάζοντας λίγο πριν το τέλος να γυρίσω πίσω.
«Κανένα σπίτι δε γίνεται δικό σου αν δεν το αγαπάς», μου είπε. Μια φράση που την άκουσα μα δεν την εκτίμησα, μέχρι που τελικά χρειάστηκε να αναμετρηθώ μαζί της.
Δύο χρόνια αργότερα δέχτηκα ένα αναπάντεχο δώρο από το σύζυγό μου. Ήταν είκοσι μια Μαΐου, ανήμερα της γιορτής μου. Το δώρο μου ήταν ένα εξοχικό στην Ίο. Βλέπετε, η δική μου ζωή, ήταν διαφορετική από εκείνη των γονιών μου, γεμάτη ανέσεις. Έστω κι αν επίσημα δεν ανήκα στην ελίτ, το βλέμμα μου ήταν στραμμένο προς τα κει. Ήμουνα μια πολλά υποσχόμενη αρχιτέκτονας, παντρεμένη με έναν πολυάσχολο και πολυμήχανο χρηματιστή.
Μετά το αρχικό σοκ, η αντιμετώπιση μου απέναντι στην έκπληξη του Φάνη μάλλον δεν ήταν η αναμενόμενη. «Τρελάθηκες! Πώς θα το ξεπληρώσουμε;», έκραξα με μια φωνή υψίφωνου που μου έβγαινε αβίαστα σε περιπτώσεις εκνευρισμού. Ο Φάνης γελούσε λες και διαφήμιζε οδοντόπαστα. «Το βρήκα σε τιμή ευκαιρία. Το πωλητήριο υπήρχε για καιρό. Κανείς όμως δεν μπορούσε να το διεκδικήσει επειδή η τράπεζα βρισκόταν σε αντιδικία με τον ιδιοκτήτη. Φαίνεται πως έχασε, το σπίτι εκποιήθηκε και βγήκε σε πλειστηριασμό. Μόλις πήρα την πληροφορία, το κτύπησα αμέσως. Χρηματιστής είμαι. Λες να μην ξέρω τη δουλειά μου;».Ο ισχυρισμός του με καθησύχασε κάπως, εντούτοις εξακολουθούσα να μη συμμερίζομαι τον ενθουσιασμό του.
«Και τι θα κάνουμε στην Ίο;»
«Διακοπές!», συνέχισε στο ίδιο εύθυμο μοτίβο.
«Και θα ταξιδεύουμε δεκατρείς ώρες; Αν ήθελες εξοχικό, ας έπαιρνες κάτι πιο κοντά. Εξάλλου, αυτοί εκεί φεύγουν και έρχονται εδώ κι εμείς θα γυρίσουμε πίσω;»
«Μπορείς να δείξεις λίγο ότι χαίρεσαι; Εξάλλου, δες το σαν μια ευκαιρία για να ανακαλύψεις τις ρίζες σου».
Μπροστά σε αυτό τον ισχυρισμό παρέλυσα για λίγο. Το πρόσωπο των γονιών μου εμφανίστηκε νοερά με τη μορφή δύο συνηγόρων που με έστηναν στον τοίχο. Ο Φάνης με κοίταζε πια παρακλητικά. Κατάλαβα πως υποτιμώντας το δώρο του, τον στεναχωρούσα. Έτσι συγκατένευσα.
Το ίδιο έκανα κι όταν ένα μήνα αργότερα, ήρθε η ώρα του ταξιδιού. Πρόθεση μας ήταν να
παραθερίσουμε στην Ελλάδα για όλο το καλοκαίρι. Σχεδιάζαμε εξορμήσεις και στα υπόλοιπα νησιά των Κυκλάδων, κυρίως τα Σαββατοκύριακα.  
Η γνωριμία μου με την Ίο αποδείχτηκε τελικά κεραυνοβόλος έρωτας. Αντικρίζοντας το σπίτι, αναθεώρησα. Δεν ήταν τίποτα μεγαλεπήβολο είχε όμως την κομψότητα της παράδοσης. Ιδιαίτερα, γοητεύτηκα από την αυλή με τις καστανιές και την πίσω βεράντα του πάνω ορόφου με θέα τη θάλασσα και τα παρτέρια γεμάτα κόκκινους ιβίσκους. Τα απογεύματα που ο Φάνης πήγαινε στην παραλία, μου άρεσε να κάθομαι στο μπαλκόνι και να απολαμβάνω τη γαλήνη της σιωπής. Έκλεινα τα μάτια, έπαιρνα μια βαθιά ανάσα και το σκοτάδι μετατρεπόταν μεμιάς σε μια υπερκόσμια εμπειρία που με έφερνε για λίγο κοντά στους γονείς μου.
Αυτή ήταν και η αιτία που αρχικά δεν το πρόσεξα. Κάπου όμως στην πορεία διέκρινα ένα παγκάκι να ξεχωρίζει μέσα από τους κέδρους στο απέναντι παρκάκι και μια γυναικεία φιγούρα να κάθεται εκεί. Έμενε μέχρι που ο ήλιος έδυε και μετά χανόταν. Λες και την έπαιρνε μαζί του το σκοτάδι. Δεν ήμουν σε θέση να την περιγράψω. Ήταν απροσδιόριστη τόσο η ηλικία όσο και τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Η απόσταση με εμπόδιζε να διακρίνω σωστά.
Ένα από τα ελαττώματά μου όμως ήταν η περιέργεια. Γι’ αυτό και σιγά – σιγά παραμόνευα όλο και νωρίτερα στο μπαλκόνι για να δω πότε ακριβώς έρχεται και πότε φεύγει.. Ήταν πάντα συνεπής. Ερχόταν στις δύο το μεσημέρι και έφευγε στις έξι το απόγευμα. Αναρωτιόμουν από πού άραγε έφτανε και που κατέληγε φεύγοντας. Πιο πολύ όμως με έτρωγε το γιατί της πράξης της. Έπειτα από χιλιάδες αυθαίρετες υποθέσεις κατέληξα στο συμπέρασμα πως μάλλον επρόκειτο για κάποια άστεγη ηλικιωμένη γυναίκα.
Όσο οι μέρες κυλούσαν, η γυναίκα αυτή γέμισε τις ελεύθερές μου ώρες με φανταστικές ιστορίες. Άλλοτε γεμάτες μυστήριο και τρόμο και άλλοτε πλημμυρισμένες από ρομαντισμό και πόνο. Ένιωθα λιγάκι σαν μικρός Θεός. Την έπλαθα όπως ήθελα και κυρίως όπως εξυπηρετούσε την εξέλιξη της φαντασίας μου. Άλλαζα το όνομα, την ηλικία της, την οικογενειακή της κατάσταση, την καταγωγή της και ένα σωρό άλλα πράγματα που στοιχειοθετούσαν μια προσωπικότητα που σταδιακά άρχισε να μου μοιάζει. Έγινε εγώ. Ή… εγώ έγινα αυτή. Τα όρια πια έγιναν δυσδιάκριτα. Ώσπου διαπίστωσα πως στην πραγματικότητα αυτή η γυναίκα  προσωποποιούσε όλες τις πτυχές του εαυτού μου.
Κανείς δε μένει μόνο στο όνειρο. Φτάνει κάποια στιγμή που δρασκελίζει το φράκτη της φαντασίας και προσπαθεί να του δώσει σάρκα και οστά. Αυτό έκανα κι εγώ. Ένα μεσημέρι, μετά το φαγητό ο Φάνης έφυγε για την παραλία και έτσι κατέβηκα στο παγκάκι. Κάθισα και περίμενα τη στιγμή που η γυναίκα θα ερχόταν.
Όπως πάντα ήταν ακριβής. Αρχικά ξαφνιάστηκε καθώς με είδε, χωρίς όμως να μου απευθυνθεί κάθισε στην άλλη άκρη στο ίδιο παγκάκι και συνέχισε να με αγνοεί. Το βλέμμα της στρεφόταν στον ορίζοντα και παρέμεινε προσηλωμένο. Κάτι κοίταζε αλλά δεν μπόρεσα να αντιληφθώ με ακρίβεια τι ήταν αυτό. Εξάλλου, πιο πολύ με ενδιέφερε να λύσω τις απορίες μου.
Έμεινα να την κοιτάζω. Ήταν πράγματι ηλικιωμένη. Γύρω στα εξήντα. Ή … τουλάχιστον έτσι έμοιαζε. Έπειτα σκέφτηκα πως έκανα λάθος. Η περιβολή της μπορεί να μην πρόδιδε οικονομική ευρωστία, ούτε όμως και εξαθλίωση. Πήρα μόνη μου το θάρρος για να της μιλήσω.
«Από’ δω είστε;».
Καμία απάντηση. Απτόητη συνέχισα. Ξεκίνησα έναν μονόλογο γεμάτο από πληροφορίες για τους γονείς μου, για τη ζωή στη Βοστώνη, για το πώς περνούσα στις διακοπές μου. Χαμένος κόπος. Συνέχισε να με αγνοεί. Κάπου εκεί πίστεψα πως μάλλον δεν μπορεί να ακούσει. Όταν λοιπόν αποδέχτηκα το γεγονός πως δεν επρόκειτο να μάθω τίποτα περισσότερο, εγκατέλειψα την προσπάθεια.
«Καλύτερα να πηγαίνω. Εσείς θα μείνετε;»
Και πάλι δεν έτυχα καμίας απάντησης. Ένιωσα λίγο περίεργα. Λες και εισέβαλλα σε μια προσωπική της στιγμή και την διέκοπτα από κάτι σημαντικό που έκανε. Τώρα πια διαπιστώνω πως μπορούσα να προσβληθώ ή ακόμα και να θυμώσω μαζί της. Υπήρξε όμως κάτι περίεργο στην αύρα  της. Κάτι που μου υπαγόρευε πως έπρεπε να τη σεβαστώ και να τη δικαιολογήσω κι ας μην μπορούσα να το εξηγήσω.
Έφυγα. Συνέχισα όμως να την παρατηρώ από απόσταση. Και εκείνη συνέχισε να έρχεται. Σιωπηλή και μόνη. Έκανε πάντα το ίδιο πράγμα χωρίς καμιά παρέκκλιση, εκτός από μια φορά μονάχα που έβγαλε ένα μαντήλι και σκούπισε τα μάτια της. Άρχισα να πιστεύω πως αυτό που παρακολουθούσε στον ορίζοντα τελικά δεν ήταν κάτι απροσδιόριστο, αλλά το σπίτι μου. Προσανατόλισα τη σκέψη μου προς αυτή την κατεύθυνση και πράγματι αντιλήφθηκα με έκπληξη πως κοίταζε προς τα εδώ. Πως είχε τη δυνατότητα να με διακρίνει και πως με παρακολουθούσε. Η πιθανότητα αυτή με ανατρίχιασε. Υπέθεσα πως έγινα στόχος της από εκείνη την ημέρα στο παγκάκι. Δεν ήξερα αν έπρεπε να ανησυχήσω ή να θεωρήσω πως απλώς υπερβάλλω και να το αγνοήσω. Παραμόνευα πια πίσω από την κουρτίνα. Η γυναίκα ακλόνητη στη θέση της εξακολουθούσε να είναι συνεπής στο ραντεβού.  Δεν έκανε όμως ποτέ της κανένα βήμα για να έρθει πιο κοντά.
Μέχρι που ένα μεσημέρι δεν ήρθε. Υπολόγισα πως της έτυχε κάτι αναπάντεχο και την έβγαλε εκτός προγράμματος. Την επόμενη μέρα όμως σημείωσε και δεύτερη απουσία. Το ίδιο και την τρίτη, την τέταρτη, την πέμπτη κατά σειρά μέρα. Αυτό αντί να με καθησυχάσει, με αναστάτωσε. Ξαφνικά με έβγαλε από τη συνήθεια. Έμοιαζε με μια σκιά που – για καλό ή για κακό - μας ακολουθούσε σιωπηλή. Παραδόξως, τώρα πια που δεν υπήρχε έγινε πρόβλημα. Ήμουν σίγουρη πως κάτι της συνέβη. Έπρεπε λοιπόν να μάθω.
Πήρα το θάρρος να ρωτήσω τη φουρνάρισσα. Το μαγαζί της βρισκόταν σε ελάχιστη απόσταση από το πάρκο. Υπολόγισα πως από το σημείο της ανατολικής βιτρίνας, είχε οπτική επαφή με το παγκάκι.
«Την πρόσεξες κι εσύ;», μου είπε έκπληκτη. Έγνεψα θετικά. Η φουρνάρισσα παρέμεινε να με κοιτάει κερωμένη για μερικά δευτερόλεπτα. Στο τέλος, βάλθηκε να καθαρίσει τον πάγκο.
«Την ξέρετε;», επέμεινα.
«Την ήξερα. Ζούσε στη γειτονιά πενήντα χρόνια. Χήρα. Αρρώστησε η κόρη της και την πήγε στη Γερμανία για θεραπεία. Μάταιος κόπος». Αναστέναξε. Σταμάτησε να καθαρίζει τον πάγκο και χρωματίστηκε με μια υποψία πόνου η φωνή της. «Δεν τα κατάφερε. Της έμεινε μόνο το δάνειο».
«Αλήθεια; Πολύ δυσάρεστο. Και που μένει τώρα;», ρώτησα.
«Από όσο γνωρίζω, από τότε που έχασε το σπίτι της την φιλοξενούσε προσωρινά η αδερφή της».
«Γιατί δεν ήρθε αυτές τις μέρες;», ρώτησα.
Η φουρνάρισσα άφησε ελεύθερο άλλον ένα αναστεναγμό. «Είναι στο νοσοκομείο. Είχε ένα ατύχημα. Την κτύπησε ένα αυτοκίνητο, θα γίνει όμως καλά με τον καιρό».
Όλες μου οι απορίες τώρα πια λύθηκαν. Η ιστορία ολοκληρώθηκε. Τελικά ήταν πιο απλή απ’ ότι φανταζόμουνα. Δεν υπήρχε κανένα μυστήριο για να ξεδιαλύνω. Τίποτα τρομακτικό για να νικήσω. Κανένα ρομάντζο για να συγκινηθώ. Έκανα να φύγω μέχρι που αντιλήφθηκα πως υπήρχε ακόμα ένα αναπάντητο ερώτημα.
«Ποιό ήταν το σπίτι της;», ρώτησα.
Η φουρνάρισσα με κοίταξε κατάματα μα δεν μου απάντησε. Δίστασε. Ξαφνικά οποιαδήποτε λέξη της έμοιαζε περιττή. Τα κομμάτια του πάζλ βρήκαν τον δρόμο τους αυτόματα και η εικόνα συναρμολογήθηκε. Κατάλαβα. Έφυγα δίχως να χαιρετήσω.
Προχώρησα προς το πάρκο. Κάθισα για λίγο στο παγκάκι και κοίταξα απέναντι, εκεί που έστεκε το σπίτι. Ήθελα να δω αυτό που έβλεπε η γυναίκα, όχι με τη ματιά μου αλλά με τη δική της. Και τότε είδα τον πατέρα μου. Και την ένιωσα. Η γυναίκα αυτή γύριζε εδώ όχι επειδή δεν είχε πού αλλού να πάει, αλλά επειδή δεν ήθελε να είναι πουθενά αλλού. 

Συγγραφέας: Μαρία Πηδιά - Σπουδάστρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...