Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017

"Το τελευταίο κονσέρτο" της Χριστίνας Αλεξίου


Η Ιόλη αφέθηκε στη μουσική της. Έκλεισε τα μάτια της και σχεδόν αγκάλιασε το βιολί της. Έτσι όπως έγειρε το κεφάλι της κι άφησε το δοξάρι ν' απλωθεί στις χορδές του, έμοιαζε με αγγελούδι που πλάγιαζε στα σύννεφα. Έτσι νόμιζε η Ιόλη, όταν άνοιξε για λίγο τα μάτια και κοίταξε τον εαυτό της απέναντι, στον καθρέφτη. Τελευταία το καταλάβαινε, κυριαρχούσαν οι σκέψεις που την έσερναν στο σκοτάδι, αλλά μόλις έπιανε το βιολί της, το μυαλό της έψαχνε ολόλευκα σύννεφα ν' ακουμπήσει. Ηρεμούσε, ησύχαζε, το ήξερε. Ξανάκλεισε τα μάτια της. Δεν ήθελε τίποτα να την αποσπάει τώρα απ'την υπέροχη σαγήνη της μελωδίας του Τσαϊκόφσκι. Κάθε φορά χανόταν στη μοναδικότητά του. Σήμερα όμως ήταν ιδιαίτερη μέρα. Σήμερα έπαιζε για εκείνον! Σήμερα φορούσε το κόκκινο φόρεμα και τις μαύρες γόβες της, ξανά! Κι έπαιζε για εκείνον, για ακόμα μια φορά! Στεκόταν απέναντί της. Τον έβλεπε ολοκάθαρα. Η μελωδία δυνάμωνε κι εκείνη χανόταν στην έντασή της. 


Εκείνος πάντα εκεί. Περίεργα ακίνητος όμως. Ακίνητος στο σκαμπό του κατάμαυρου πιάνου τους. Αφιερωμένος στην μουσική τους. Οι ώρες αυτές ήταν μαγικές για την Ιόλη. Καλύτερες κι από τον έρωτά τους. Τώρα ταξίδευε με το μυαλό της και είχε σφαλιστά τα μάτια. Σταμάτησε τον Τσαικόφσκι απότομα. Την κατέκλυσαν οι αναμνήσεις απ' το αγαπημένο του κονσέρτο για πιάνο, σε Ντο ματζόρε, του Μπετόβεν βεβαίως. Θυμήθηκε! Ένιωσε να πονάνε τα μάτια της, αλλά συνέχισε. Επανήλθε στη μελωδία της. Εκείνος, ακόμα εκεί. Περίεργα ακίνητος, αλλά ήταν εκεί. Ακίνητος. Δεν την κοιτούσε. Η Ιόλη τον ένιωθε. Καθόταν στο πιάνο δίπλα της. Πάντα, δίπλα της. Στο σπίτι της, στο σπίτι τους. Εκείνος έπλαθε τις καλύτερες σονάτες αλλά όταν άκουγε το βιολί της μαγευόταν. Έτσι και σήμερα, ήθελε να τον μαγέψει. Ήθελε επιτέλους να αποδεχθεί.

H Ιόλη, στο συγκινητικότερο μέρος του έργου, άφησε τα μάτια της ελεύθερα, να γεμίσουν δάκρυα τα μάγουλά της. Κάθε βράδυ, από εκείνη την τραγική μέρα τα ίδια. Ήταν μόνη πια. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε θαρρετά τον εαυτό της στον καθρέφτη. Εκείνη υπέροχη μέσα στο κόκκινο φόρεμά της. Με το αγαπημένο της βιολί που γένναγε τις μουσικές της ψυχής της. Αλλά μόνη. Το πιάνο δίπλα της, άδειο. Με τη φωτογραφία του μόνο, να κυριαρχεί στην καρδιά της. Και την εφημερίδα αφημένη στην πολυθρόνα δίπλα της. Κι εκείνη, μόνη. Το τόνιζε το “μόνη” γιατί ήξερε. Το έβλεπε κάθε βράδυ αυτό που ερχόταν. Της έτρωγε το κορμί, από μέσα προς τα έξω, έτσι το ένιωθε. Σαν σαράκι. Προσπάθησε να ταξιδέψει στη μελωδία.

Έπαιζε για εκείνον. Και έφτασε στο φόρτε της. Απογειώθηκε το δοξάρι με την ντελικάτη κίνηση της. Κι έκλεισε με φινέτσα. Ακούστηκε ένα δυνατό χειροκρότημα. Όχι, όχι πάλι! Όχι ξανά, μονολόγησε.

«Είμαι μόνη!» ούρλιαζε σχεδόν και γούρλωνε τα μάτια της στο είδωλό της, λες και ήθελε να βγουν από το πρόσωπό της. Πόναγε το στήθος της. Αυτό ήταν!  Το κεφάλι της άρχισε να βουίζει πάλι, όπως κάθε βράδυ. Σφάλισε τα μάτια της κι άρχισε να γδέρνει τα υγρά μάγουλά της. Ηρέμησε απότομα και άνοιξε ξανά τα μάτια της. Σαν άλλος άνθρωπος. Κοίταξε σαν να χαζεύει το κενό. Τότε τον είδε. Καθόταν στην πρώτη σειρά. Και τη χειροκροτούσε. Ήταν τόσο, μα τόσο ευτυχισμένη. Ο αγαπημένος της πιανίστας χειροκροτούσε το σόλο της μαζί με ολόκληρο το θέατρο. Εκείνη μαγευτική στο κόκκινο φόρεμά της, του χαμογέλασε για τελευταία φορά. Εκείνο το βράδυ τελείωσαν όλα. Όταν έφυγαν, μεθυσμένοι από την ευτυχία τους, βρέθηκε εκείνος ο... Τώρα το κεφάλι της έτρεμε. Έπεσε πάνω τους. Ήταν μεθυσμένος. Ακριβώς στη θέση του οδηγού, του αγαπημένου της πιανίστα. Η Ιόλη άρχισε να τρέμει ολόκληρη τώρα. Το χειροκρότημα έσβηνε κι ο καθρέφτης απέναντι έδειχνε εκείνον στη φωτογραφία πάνω στο πιάνο τους. «Μα τι κάνει εκεί;» μονολογούσε. Κλείνει τα μάτια και πετάει με μίσος το βιολί της να σπάσει τον καθρέφτη. Το χειροκρότημα έσβησε τελείως. Ο καθρέφτης, σιωπηλός παρατηρητής, δεν έσπασε. Αντίθετα, το βιολί, παραδίπλα στο πάτωμα έμενε παραμορφωμένο. 

Η Αρετή, η αγαπημένη της αδερφή, πιστή φύλακας εκείνο το δύσκολο διάστημα, μπήκε στο σαλόνι, λαχανιασμένη. Έδωσε στην Ιόλη το χάπι της, την πήρε αγκαλιά και περίμενε να ησυχάσει. «Έχασες το χειροκρότημα σήμερα, Αρετή», της έλεγε μαλακά η Ιόλη. «Το έχασες».
«Με συγχωρείς καρδούλα μου, με συγχωρείς».
Ο τίτλος της παλιάς φθαρμένης εφημερίδας δίπλα τους, έλεγε «τραγικό και άδικο τέλος για τον κορυφαίο πιανίστα που άφησε την τελευταία του πνοή στην άσφαλτο, μόλις στα 38 του χρόνια». Η Αρετή είχε φροντίσει. Την επόμενη το πρωί, η Ιόλη θα έκανε εισαγωγή σ' ένα πολύ καλό ίδρυμα αποκατάστασης ατόμων με ψυχικά νοσήματα. Εκεί ήταν κι ένας πολύ καλός της φίλος, νευρολόγος - ψυχίατρος, οπότε θα ένιωθε ασφαλής.
Δέκα χρόνια μετά, ακριβώς την ίδια μέρα, η Ιόλη στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη του σαλονιού της. Ο καθρέφτης, ο ίδιος αυτός καθρέφτης του παλιού σπιτιού της, ήταν εκεί και φανέρωνε το μαγευτικό είδωλό της. Πρώτη φορά έβλεπε τον εαυτό της τόσο όμορφο και παράλληλα τόσο μπερδεμένο. Κοιτούσε την Ιόλη απέναντί της και δεν ήξερε αν έπρεπε να χαμογελάσει ή να κλάψει. Ντυμένη στα λευκά. Ένιωθε έναν ενθουσιασμό ανακατεμένο με μια γλυκιά θλίψη. Μια γλυκιά ανάμνηση ίσως. Δεν ήξερε γιατί τον κρατούσε ακόμα αυτόν τον καθρέφτη. Η αλήθεια είναι ότι ήταν το μοναδικό έπιπλο που είχε πάρει από το παλιό της σπίτι. Το σπίτι που έζησε μ' εκείνον, τον αγαπημένο της πιανίστα. Το σπίτι που προοριζόταν να σκεπάσει τον έρωτά τους. Τη μελωδική αγάπη τους και τον συμφωνημένο ήδη γάμο τους, που δεν πρόλαβε ποτέ να πραγματοποιηθεί. Τώρα τουλάχιστον, μπορούσε να το σκέφτεται και ν' αντέχει. Είχε προχωρήσει. Είχε πάει, όχι ένα, αλλά εκατό βήματα παρακάτω, όπως έλεγαν οι ψυχολόγοι. Αλλά η ίδια ήξερε. Είχε πάντα ένα κομμάτι της καρδιάς της κλειδωμένο. Της είχαν μείνει και δυο μεγάλα σημάδια. Το ένα ήταν ότι δεν έπαιξε ποτέ ξανά βιολί και το άλλο ο καθρέφτης, που για κάποιο λόγο δεν μπορούσε να τον αποχωριστεί με τίποτα. Σαν να είχε δική του υπόσταση και ψυχή. Δεν πίστευε σε τίποτα μεταφυσικό η Ιόλη. Ίσως γι' αυτό να τρελάθηκε, να έχασε τα λογικά της τότε, σκεφτόταν. Έτσι της έλεγε τουλάχιστον η Αρετούλα της. Η ευαίσθητη και γλυκιά αδερφή της που έστεκε σαν βράχος την τελευταία δεκαετία. Η Ιόλη, δύο μήνες πριν νοσηλευτεί, είχε κάνει αρκετά δύσκολη τη ζωή της αδερφής της και το γνώριζε τώρα καλά. Τότε δεν το καταλάβαινε, ούτε θυμάται και πολλά. Τα περισσότερα της τα έλεγε εκείνη. Όπως και τώρα, την παρακαλάει να διώξει αυτόν τον καθρέφτη. Η Αρετή πιστεύει ότι δεν της κάνει καλό. Η Ιόλη τώρα στεκόταν ακίνητη απέναντι του και ξαφνιάστηκε από ένα δροσερό αεράκι. Κοίταξε γύρω της. Όλα τα παράθυρα κλειστά. Το δωμάτιο είχε αρκετό φως, ήταν νωρίς απογευματάκι κι εκείνη είχε λίγο χρόνο μπροστά της. Είχε ετοιμαστεί μόνη της. Δεν ήθελε κανέναν σήμερα, χωρίς να μπορεί να το εξηγήσει απόλυτα. Ούτε την Αρετή, ούτε τις δυο καρδιακές της φίλες. Κανέναν. Κι η ίδια αναρωτιόταν γιατί. Θα πήγαιναν απλά να την παραλάβουν. Η αδερφή της και οι φίλες της πάντως, δεν επέμειναν. Είχανε μάθει τελευταία τον κλειστό της χαρακτήρα και δεν της φέρνανε ιδιαίτερες αντιρρήσεις. Εκείνη αγαπούσε τη μοναξιά της, μόνο που τώρα δεν είχε την μουσική της. Το είχε ξεκαθαρίσει μέσα της, μετά από τόσες ώρες ψυχανάλυση. Ένιωθε ενοχές για χρόνια που εκείνη υπήρχε, ενώ εκείνος όχι. Όσο κι αν θεραπευόταν, το κομμάτι της μουσικής μέσα της δεν ήθελε να το ξεκλειδώσει και να το αφήσει ν' απλωθεί. Το φοβόταν, το καταλάβαινε. Και το βιολί που της είχε χαρίσει η Αρετή μόλις επέστρεψε, μετά από λίγους μήνες, από το ίδρυμα, το έθαψε σ' ένα πατάρι, ενός από τα δωμάτια του επάνω ορόφου.  Ήθελε να πει ίσως το τελευταίο αντίο στον πιανίστα της; Ήθελε να πάρει την άδειά του; Ίσως και να ένιωθε τύψεις. Γιατί εκείνη σήμερα παντρευόταν. Εκείνη προχωρούσε στη ζωή της. Ίσως άργησε λίγο, αλλά ποτέ δεν είναι αργά. Έτσι δε λένε; Τώρα παρατηρούσε τον εαυτό της. Ήταν εκείνη κι ο καθρέφτης. Ένας ολόσωμος επιδαπέδιος καθρέφτης, κατασκευασμένος από θαλασσόξυλα. Ένα πολύ ιδιαίτερο έπιπλο, που έδινε ένα ξεχωριστό και μαγικό αέρα στο χώρο. Γύρισε στη μνήμη της, η μέρα που της τον έκανε δώρο. Περπατούσαν ανέμελοι στα μαγαζιά, ξένοιαστοι, γιατί είχαν σταματήσει για λίγους μήνες τις συναυλίες. Η Ιόλη, αντίκρισε τον καθρέφτη και στάθηκε μπροστά στην γκαλερί. Έβγαλε μια κραυγή ενθουσιασμού. Εκείνος κατάλαβε αμέσως. Πάντα καταλάβαινε. Ήταν ένα, οι δυο τους, μια ερωτική, μαγική συμφωνία. Δεν είχε ζητήσει ποτέ δώρα, η Ιόλη. Μπήκανε μέσα και ο πιανίστας της τον παρήγγειλε αμέσως. Ακόμα θυμόταν τα λόγια του ευγενικού γκαλερίστα. «Το ξύλο και ειδικά το θαλασσόξυλο είναι διαχρονικό και ζωντανό υλικό. Τα έπιπλα από θαλασσόξυλο έχουν το δικό τους χαρακτήρα και προσωπικότητα». Τώρα κοιτούσε το είδωλο της, με πορτραίτο αυτό το μοναδικό θαλασσόξυλο. Είχε διαλέξει ένα απλό λευκό φόρεμα σε ίσια γραμμή, μ' ένα διακριτικό μπούστο και χρυσές τιράντες. Το ύφασμα, το αγαπημένο της μετάξι.  Σε ένα μήνα θα έκλεινε τα σαράντα της χρόνια και ο αγαπημένος της είχε κανονίσει να βρίσκονται ακόμα στο μήνα του μέλιτος, πολύ μακριά. Η Ιόλη δεν ήξερε τον προορισμό. Γλυκός άνθρωπος ο Έκτορας. Ευαίσθητος, ρομαντικός και υποστηρικτικός. Κι εκείνη τον είχε ερωτευτεί. Είχε αφήσει να ξεκλειδώσει το κομμάτι της καρδιάς της, που ήταν χρόνια παγωμένο. Και αφέθηκε. Περικυκλωμένη από τις τύψεις της, αλλά αφέθηκε. Η ζωή εξ' άλλου είναι γλυκιά. Και είναι δώρο. Κανείς δεν μπορεί να της αντισταθεί και θα είναι προδοσία εάν το κάνει. 
Ένιωσε ξαφνικά μια φωνή μέσα στο κεφάλι της. Φοβήθηκε για λίγο. Δεν ήθελε να ξαναπεράσει τα ίδια. Τη φοβόταν την τρέλα. Έφτασε πολύ κοντά. Ήταν μεγάλο το σοκ τότε. Στην καλύτερη στιγμή της ζωής της, είδε τα πάντα να γκρεμίζονται. Δεν είχε το σθένος να το διαχειριστεί, φύση ευαίσθητη. Τώρα όμως; Τώρα έπρεπε και ήθελε να είναι δυνατή. Κι όμως, κάτι μουρμούριζε μέσα στο κεφάλι της. Ο καθρέφτης μπροστά της έδειχνε το ολόλευκο είδωλο και η μορφή της ξαφνικά πήγαινε σε άλλη διάσταση. Η φωνή έγινε δυνατή, ξεκάθαρη. Διεκδικούσε την προσοχή της. «Το τελευταίο κονσέρτο» της ψιθύριζε. Εκείνη πάλευε να την απαξιώνει. Εστίαζε στο “τώρα”. Προσπαθούσε τουλάχιστον. Ο Έκτορας είχε μπει στη ζωή της κι έβαλε φως και χρώματα. Κατάφερε να δώσει ζωντάνια στην υπόσταση της, ν' ανοίξει διάπλατα τα παράθυρα της καρδιάς της. Έπρεπε να παραμείνει ήρεμη. Σε λίγο παντρευόταν. Ο πιανίστας της ήταν απών. Έπρεπε να το πάρει απόφαση.

«Δεν ακυρώνουμε, ούτε αμαυρώνουμε κανένα παρελθόν, επιλέγοντας να ζήσουμε», άρχισε να σκέφτεται τώρα τα λόγια της Αρετής, της αγαπημένης της αδερφής, που πίστευε σε θεούς κι αγγέλους. «Αντίθετα, όταν καταδικάζουμε τον εαυτό μας σ' ένα ψυχικό θάνατο, τότε ναι. Προδίδουμε αυτούς που μας αγάπησαν. Αυτούς που αιωρούνται ίσως δίπλα μας κι ας μην έχουν υλική ύπαρξη. Ζουν σε μια άλλη διάσταση, στη θεϊκή, σ' αυτήν που ημερεύει τις ψυχές και διώχνει φόβους και πληγές. Δώρο η ζωή και αμαρτία ν' αφήνεις τις στιγμές της αναπνοής να χάνονται χωρίς να τις βιώνεις», της έλεγε συνέχεια.

Σε ένα παραλήρημα έντονης πάλης με τον εαυτό της, έτρεξε στα δωμάτια του πάνω ορόφου. Ξαφνιάστηκε κι η ίδια από την απότομη συμπεριφορά της, αλλά ήταν πολύ δυνατό το ένστικτό της. Το χτυποκάρδι της ήταν έντονο. Αισθανόταν σαν να την καθοδηγούσε ένα αόρατο σχοινί. Σε λίγα λεπτά, βρισκόταν πάλι μπροστά στον καθρέφτη της. Με το αγαπημένο της όργανο αγκαλιά, όμως. Το αθάνατο βιολί. Τον αιώνιο έρωτα της ψυχής της. Έπαιξε το μέρος του αγαπημένου τους κονσέρτου, εκείνο το Πρώτο κονσέρτο του Μπετόβεν, για πιάνο. Σταμάτησε. Άκουσε το χειροκρότημα. Ήταν σίγουρη τώρα. Το χειροκρότημα δεν ήταν αποκύημα της τρέλας της, όχι. Ήταν ο αποχαιρετισμός της σ' εκείνον. Το τελευταίο κονσέρτο. Στον αγαπημένο της πιανίστα που έμελλε να φύγει νωρίς από τη ζωή. Πάντα όμως θα είχε ένα μέρος της καρδιάς της, να παίζει τις ατέλειωτες μελωδίες του. Επιτέλους ψιθύρισε «Αντίο αγαπημένε μου Άγγελε, όνομα και ψυχή. Ξέρω, με προσέχεις». Η Ιόλη ξεκινούσε απ' την αρχή. Κι ας μοιάζει η γη σα φυλακή, έκανε μια σκέψη. «Εγώ, ζω το “τώρα”». Ένα αεράκι, ζωογόνο, φύσηξε. 

Συγγραφέας: Χριστίνα Αλεξίου - Σπουδάστρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...