Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

"Το μαργαριταρένιο κορίτσι" της Αθανασίας Αλεξανδρίδη



Ο Ανδρέας την πλησίασε. Η καρδιά του χτυπούσε δίχως να γνωρίζει το λόγο. Τόσους αστέγους είχε φωτογραφίσει, μα με εκείνη ένιωθε άγχος. Ήταν τόσο όμορφη κάτω από τα κουρελιασμένα ρούχα της. Το μουτζουρωμένο πρόσωπό της δε μπορούσε να κρύψει τα εκθαμβωτικά μελί μάτια της. Εκείνη δε του έδωσε σημασία. Έσκυψε από πάνω της κι εκείνη του άπλωσε το χέρι της, παρακαλώντας τον για χρήματα. Άραγε, πόσα λεπτά βρισκόταν εκεί και την χάζευε; Τόλμησε να τη ρωτήσει το όνομά της και εκείνη δίστασε. Μόλις της αποκάλυψε πως ήταν φωτογράφος και πως έφτιαχνε ένα ντοκιμαντέρ για τους πρόσφυγες, εκείνη αναθάρρεψε. Αμέλια ήταν το όνομά της. Τόσο αρχοντικό. Μα ήταν θλιβερό  να βλέπει μια όμορφη δεσποινίδα να κάθεται κάτω στο δρόμο και να πεινάει. Δεν τον ενδιέφερε πια το ντοκιμαντέρ του. Ήθελε να προσφέρει. Της πρότεινε να πάνε σπίτι του για να της δώσει καθαρά ρούχα και να πλυθεί. Εκείνη αρνήθηκε αμέσως. Ίσως να φοβήθηκε, γιατί την επόμενη μέρα δεν την βρήκε στο ίδιο σημείο. Είχε όμως κάτι κατά του νου. 

Αγόρασε ρούχα και φαγητό και τα προσέφερε στους διπλανούς της. Κάθε μέρα βρισκόταν εκεί και βοηθούσε όσο μπορούσε. Είχε πια ξεχάσει για ποιο λόγο το έκανε αυτό. Τον ευχαριστούσε. Μέσα του ένιωθε τόσο αδύναμος. Είχε τη δυνατότητα να προσφέρει, μα κάτι του έλειπε. Εκείνη τη μέρα, όμως, ένα μήνα σχεδόν μετά, εκείνη εμφανίστηκε. Αυτή τη φορά τον πλησίασε η ίδια και κάθισε να τον χαζεύει για πολλά λεπτά. Ίσως να πίστεψε τις προθέσεις του. Ίσως να ήθελε κι εκείνη, αυτό που λαχταρούσε ο ίδιος. Του έδειξε την κάμερά του κι ύστερα τον εαυτό της. Ο Ανδρέας πήρε το μήνυμα. Την τράβηξε από το χέρι χωρίς δεύτερη σκέψη και την πήγε σπίτι του. Της γέμισε την μπανιέρα και την άφησε για ώρες εκεί μέσα. Όταν βγήκε με την πετσέτα και τον κοίταξε, τα ‘χασε. Δεν ήξερε πως χωρούσε τέτοια ομορφιά σε ένα τόσο λεπτεπίλεπτο κορίτσι. Έψαξε για ρούχα. Ήταν σίγουρος πως είχε κάπου καταχωνιάσει γυναικεία από τις θεατρικές παραστάσεις που διοργάνωνε. Μα βρήκε μόνο βασιλικά φορέματα και τουρμπάνια. Εκείνη χάρηκε μόλις τα είδε. Τα άρπαξε στα χέρια της και τα φόρεσε. Πόζαρε για εκείνον. Μα ο Αντρέας δεν ήθελε να την χρησιμοποιήσει για τη δουλειά σου. Προτίμησε να τη φωτογραφίσει με το μυαλό του και να κρατήσει την εικόνα της για πάντα φυλαγμένη εκεί μέσα. Την άφησε, όμως, να φύγει, να βρει τους δικούς της. Κι εκείνη έφυγε. Κάτι προσπάθησε να του πει, μα ύστερα δείλιασε και πέρασε το κατώφλι του. 
Ο Ανδρέας όλο το βράδυ τη συλλογιόταν. Δεν του έφτανε μόνο αυτό. Την ήθελε δίπλα του κάθε λεπτό. Εκείνος, που μόνο εφήμερες σχέσεις ήταν ικανός να κάνει. Όμως, κάτι διαφορετικό τον τράβηξε στην Αμέλια. Όχι οίκτος. Σίγουρα δεν την λυπόταν. Κατάλαβε πως στην πατρίδα της ήταν δυναμική γυναίκα. Φαινόταν στο βλέμμα της. Δεν της άξιζε αυτή η μοίρα που κάποιος άλλος είχε γράψει για κείνην. Την επόμενη μέρα ξαναπήγε στο γνωστό σημείο, όμως πάλι έλειπε. Περίμενε ώρες ελπίζοντας πως θα την ξανάβλεπε. Το σκοτάδι κάλυψε το βλέμμα του και αναγκάστηκε να σηκωθεί από εκεί. Ίσως δεν ήταν γραφτό να την βρει. 
Λίγα βήματα έκανε και άκουσε κάποιον να προσπαθεί να ψελλίσει το όνομά του με μία περίεργη προφορά. Εκείνη. Φορούσε τα ρούχα που της είχε δώσει, όμως με πιο προσεγμένο τρόπο. Είχε πιασμένα τα μαλλιά της πάνω και είχε τυλίξει επιδέξια το κασμιρένιο μπλε και χρυσό μαντήλι στον κότσο της. Το άσπρο φουστάνι κάλυπτε όλο το σώμα της και το χρυσό παλτό ήταν χυμένο στις πλάτες της. Πόσο όμορφο πρόσωπο είχε. Τα μάτια της έλαμπαν κι ας έμοιαζαν θλιμμένα από την ταλαιπωρία. Την πήρε και πάλι σπίτι του και της υποσχέθηκε με νοήματα πως θα της μάθαινε τη γλώσσα. Της χάιδεψε το μάγουλο και τότε θυμήθηκε. Δε μπορούσε να μην της έδινε κάποιο κόσμημα. Ανακάτεψε την κασέλα δίπλα στο κρεβάτι του και βρήκε ένα καταχωνιασμένο μαργαριταρένιο σκουλαρίκι. Ήταν σίγουρος πως είχε και το άλλο μα δεν το έβρισκε. Εκείνη του χαμογέλασε και το φόρεσε. Ύστερα κάθισε μπροστά από το παράθυρο και κοίταξε το μαύρο ουρανό. Δεν είχε φεγγάρι εκείνη τη μέρα. Ο Ανδρέας από μακριά την χάζευε. Πόσο ταιριαστά της ήταν τα ρούχα. Έμοιαζε σα πριγκίπισσα. Που να ήξερε την αλήθεια. Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε. Του έκανε νόημα να την πλησιάσει. 
Έτσι, θα περνούσαν πλέον τα βράδια τους κι ας μην ήξερε τίποτα για εκείνην. Μόνο το όνομά της του αρκούσε.

Συγγραφέας: Αθανασία Αλεξανδρίδη - Σπουδάστρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...