Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

"Το κομπινεζόν" της Μαρίας Κονιάρη


“Βγάλτε μία κόλα χαρτί και.........”
Ωχ διαγώνισμα πάλι και δεν έχω διαβάσει τίποτα...
“Βγάλτε μία κόλα χαρτί και γράψτε τι δουλειά κάνει ο πατέρας σας. Περιγράψτε τη δουλειά με δέκα λέξεις περίπου”
Τι παράξενο! Τι τη νοιάζει την κυρία Ελπινίκη τι δουλειά κάνει ο πατέρας μου; Αλλά ευτυχώς που δεν είναι διαγώνισμα. Έτσι κι αλλιώς κανένα παιδί δεν θα μπει σε δύσκολη θέση. Σε ένα τέτοιο ακριβό ιδιωτικό σχολείο όλοι οι μπαμπάδες έχουν “καλές δουλειές”. Ακόμα και αν αυτές οι δουλειές δεν ακούγονται τόσο καλά στο αυτί με την πρώτη.

Έβγαλα μια κόλα χαρτί και έγραψα “Ο πατέρας μου είναι βιοτέχνης, φτιάχνει εσώρουχα. Ανδρικά, γυναικεία, παιδικά”. Ωραίο επάγγελμα για την εποχή εκείνη και ο πατέρας μου βρισκόταν μπροστά στα σκαλοπάτια που θα τον ανέβαζαν στην ανώτερη τάξη. Τουλάχιστον έτσι νόμιζε.
Την επόμενη ώρα η κυρία Ελπινίκη με κοιτούσε με ένα αινιγματικό χαμόγελο της... Τζοκόντας και κάποια στιγμή με φώναξε στην έδρα και με ρώτησε ψιθυριστά:
-Στη βιοτεχνία σας φτιάχνετε κιλότες και κομπινεζόν σατινέ; Κλασσικά, για μένα που είμαι κάποιας ηλικίας.
-Ναι κλασσικά κυρίως φτιάχνουμε.
-Μπορείς να μου φέρεις τρία κομπινεζόν και τρεις κιλότες;
Είπα ένα ....”ναι” με το ζόρι που έμοιαζε με όχι. Τι άλλο θα μπορούσα να πω άλλωστε;
Το απόγευμα στο σπίτι πήγαινα πάνω κάτω στα δωμάτια. Τα συναισθήματα ήταν ανακατεμένα και πρωτόγνωρα. Δεν είχα κάνει κάτι κακό αλλά ένοιωθα ντροπή χωρίς να ξέρω τι ήταν αυτό για το οποίο θα έπρεπε να ντρέπομαι. Πήρα θάρρος να μιλήσω στους γονείς μου για το γεγονός και η απάντηση ήταν όπως την περίμενα και δεν ήταν για καλό:
-Για την κυρία Ελπινίκη θα φτιάξω τα καλύτερα κομπινεζόν και τις καλύτερες κιλότες με φίνα δαντέλα.
-Δηλαδή πρέπει να της τα πάω; ...... Ντρέπομαι.
-Να μην ντρέπεσαι καθόλου. Η κυρία Ελπινίκη είναι η καλύτερη δασκάλα. Και εσύ η ίδια το λες.
Αγαπούσε πολύ τα παιδιά και ας μην είχε αποκτήσει ποτέ δικά της. Τα Χριστούγεννα αγόρασε κάτι μικροσκοπικά κουκλάκια από αυτά που υπήρχαν στα περίπτερα και χωρούσαν μέσα σε ένα καρύδι. Ένα μικρό αναμνηστικό για να θυμόμαστε τα σχολικά μας χρόνια όπως έλεγε.
Την επόμενη εβδομάδα πήγα στο σχολείο με το “πακέτο” και το ένοιωθα σαν βόμβα που θα έσκαγε στα χέρια μου. Είχα και ένα κακό προαίσθημα που δυστυχώς επαληθεύτηκε με το χειρότερο τρόπο. Γιατί η κυρία Ελπινίκη άνοιξε το πακέτο και άπλωσε τα κομπινεζόν και τις κιλότες πάνω στην έδρα.
-Το χρυσό μου το κορίτσι τι όμορφα πράγματα που μου έφερε είπε. Με αγκάλιασε και με φίλησε και θα προτιμούσα να με έδερνε παρά εκείνες τις αγκαλιές και τα φιλιά. Ποτέ δεν θα έδερνε παιδί η κυρία Ελπινίκη ούτε και θα πρόσβαλλε ή θα μιλούσε άσχημα για κανένα. Καλόκαρδη και χαμογελαστή αλλά τώρα ερχόταν αυτό το “κάτι” να με βάλει σε δύσκολη θέση. Αυτό το “κάτι” έγινε λεκές που λέρωσε την εικόνα της αγαπημένης δασκάλας στον αιώνα τον άπαντα. Τη λυπόμουν την έβλεπα σα μίζερη και στερημένη. Ήθελα να θαυμάζω τη δασκάλα μου και όχι να τη λυπάμαι.
Η τάξη ξέσπασε σε γέλια και περίμεναν το διάλειμμα για να αρχίσουν την καζούρα η οποία δεν είχε ιστορικό προηγούμενο.
-Εγώ θέλω να μου φέρεις ένα σώβρακο με αλογάκια απ αυτά που φοράνε οι γέροι και ένα βρακί να το φορέσω για σκούφια τις απόκριες είπε ο Άγγελος ο αστείος της τάξης.
-Εγώ θέλω να μου φέρεις ένα έξαλλο μαύρο μπικίνι είπε η Όλγα η όμορφη “ντίβα”.
Γύρω γύρω όλοι και στη μέση εγώ να με πειράζουν και να γελάνε.
Ιδιωτικό σχολείο. Με πλούσια παιδιά και φτωχές δασκάλες.
Χρόνια μετά σε ένα οικογενειακό τραπέζι με σύζυγο και πεθερικά ήρθε και πάλι η κουβέντα σε κείνο το γεγονός.
-Συνέβη και σε μένα στο ταπεινό σχολείο που πήγαινα στην παλιά Κοκκινιά όταν η δασκάλα μας είπε να γράψουμε σε ένα χαρτί το επάγγελμα του πατέρα μας. Όταν έγραψα ότι ο πατέρας μου είναι ρολογάς την άλλη μέρα μου έφερε ένα τσαμπί ρολόγια. Ο μπαμπάς μια βδομάδα έβγαλε τα μάτια του για να φτιάξει τα ρολόγια όλου του σογιού της δασκάλας. Την ίδια χρονιά θα ήταν ίσως και την ίδια εποχή. Το έργο το έχω ξαναδεί λοιπόν. Είπε ο σύζυγος.
Ήταν και αυτό ένα μάθημα. Αλλά για πιο “προχωρημένη τάξη”. Τα συναισθήματα των παιδιών του δημοτικού είναι σαν τις κούνιες στην παιδική χαρά. Απλά και ξεκάθαρα. Όμως εκείνη τη μέρα η αγαπημένη μου δασκάλα σαν να με έβαλε στο Λούνα Παρκ στη μπαλαρίνα που γυρίζει και ζαλίζει. Με έβαλε στη ζωή των ενηλίκων. Σε έναν κόσμο που δεν αποτελείται από “καλούς” ή “κακούς” ανθρώπους αλλά από συμπεριφορές, απροσδόκητες και περίεργες. Καμιά φορά κάτι τέτοια γεγονότα γίνονται κάτι σαν ανέκδοτα που τα αφηγούμαστε στις παρέες για να γελάσουμε και ένα καλό ηθικό δίδαγμα ότι ποτέ δεν πρέπει να χρησιμοποιεί κάποιος τη θέση του για να επωφεληθεί και ότι τίποτα δεν είναι πιο ακριβό από το δωρεάν.

Συγγραφέας: Μαρία Κονιάρη - Σπουδάστρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...