Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου 2017

"Κάτι ακούγεται από δίπλα…" της Ευαγγελίας Πέτρογλου



Ο ήχος που έφτανε από το διπλανό διαμέρισμα μου είχε εδώ και καιρό σπάσει τα νεύρα.  Ήθελα να βρίσω τον κατασκευαστή της πολυκατοικίας για τη φρικτή μόνωση και να του περάσω κολάρο το σούπερ μονωτικό υλικό που υποτίθεται ότι είχε βάλει παντού στους τοίχους.  Κάθε πρωί στις έξι άκουγα συνεχόμενα ένα σούρσιμο και ένα μεταλλικό τουκ-τουκ να μου παίρνουν τα αυτιά εναλλάξ, την ώρα που εγώ ευελπιστούσα να τελειώσω το μυθιστόρημα μου απερίσπαστη, πριν από την έναρξη της θορυβώδους καθημερινότητας.  Να όμως που η μαλακία των ανθρώπων δίπλα δεν με άφηνε σε ησυχία.  Και σαν να μην έφτανε η πρωινή ηχητική παρέμβαση, είχα και τη μεσημεριανή, την απογευματινή και τη βραδινή.
Δηλαδή τι έπρεπε να κάνω; Να πάρω τα μπογαλάκια μου και να μετακομίσω στα βουνά για να μην αναγκάζομαι να ακούω τίποτα;  Προσπαθούσα να συγκρατήσω τα νεύρα μου γιατί ήξερα ότι μετά το θάνατο του άντρα μου, δεν ήμουν και πολύ καλά και φοβόμουν μην τυχόν και γινόμουν υπερβολική.  Είχαν αλλάξει και οι βιολογικοί μου ρυθμοί με τα αντικαταθλιπτικά και τα ωράρια που τα έπαιρνα, οπότε το σούρσιμο και το τουκ-τουκ είχαν αρχίσει να με συνοδεύουν και τις ώρες του λιγοστού ύπνου μου. 
Έτσι μια ωραία πρωία χτύπησα την πόρτα των ενοχλητικών μου γειτόνων.  Περίμενα να δω τα μούτρα τους και να γίνω αρκούντως ειρωνική ως συνήθως. 
«Παρακαλώ;» μου είπε μια γλυκιά, αδύναμη φωνή, αφού μισοάνοιξε την πόρτα.
«Καλημέρα σας», είπα εγώ βαρύθυμα, «συγγνώμη αν ενοχλώ, αλλά θα ήθελα να σας παρακαλέσω κάτι.  Μένω δίπλα σας κι εργάζομαι από το σπίτι.  Κάνετε όμως πολύ θόρυβο κάθε πρωί και δεν μπορώ να εργαστώ.  Θα μπορούσατε να κάνετε κάτι γι’αυτό;».  Τέλειωσα τη φράση μου με μια ανάσα μην τυχόν και με διακόψει η γειτόνισσα.
«Κόρη μου με συγχωρείς, δεν το ήθελα.  Έλα να σε φιλέψω ένα καφεδάκι για να μην στέκομαι στην πόρτα.  Δεν με κρατάνε και τα πόδια μου».
Ανοίγοντας την πόρτα, αντίκρισα την πηγή της ενόχλησης μου.  Ήταν τα αδύναμα πόδια της γιαγιάς που σέρνονταν και το Πι που έκανε το τουκ-τουκ.  Ντράπηκα, η αλήθεια είναι, με τον εαυτό μου.  Προσπάθησα να γλυκάνω λίγο τον τόνο της φωνής μου, λέγοντας:
«Ε τώρα μην σας βάζω σε κόπο.  Αλίμονο! Θα είστε και κουρασμένη».
«Σώπα κόρη μου.  Τι κόπος! Άλλωστε μόνη μου είμαι από τότε που έχασα τον άντρα μου, εδώ και δύο χρόνια, και χαίρομαι όταν μπορώ να ψήσω ένα καφεδάκι για κάποιον άλλον όπως έκανα και για τον συγχωρεμένο.  Τι τα θες.  Άγριο πράγμα η μοναξιά».
Αυτό το ήξερα πολύ καλά.  Πόσο άγρια είναι η μοναξιά και πόσο άγριους μας κάνει. 
«Πώς σε λένε κόρη μου; Εμένα με λένε Σοφία», με ρώτησε αφού σέρβιρε τους καφέδες.
«Και μένα Περσεφόνη», της είπα, ρουφώντας μια γουλιά από το καφεδάκι της.
«Τι δουλειά κάνεις και σε ενοχλώ καλή μου;»
«Συγγραφέας είμαι.  Και πρέπει να τελειώσω σύντομα το μυθιστόρημα μου γιατί…άσε κυρία Σοφία, μη σε ζαλίζω με τα δικά μου», της είπα θλιμμένα.
«Δεν με ζαλίζεις κορίτσι μου.  Καθόλου.  Συντροφιά μου κάνεις». 
Εν ολίγοις, της άνοιξα την καρδιά μου.  Της είπα πως έχασα τον άντρα μου σε αυτοκινητιστικό, πως ματαιώθηκαν τα όνειρα μου να κάνω οικογένεια, πως έπρεπε να βγάλω τα προς το ζην, γράφοντας συνέχεια για τον εκδοτικό μου οίκο.   Στη συνέχεια, μου ανοίχτηκε και η κυρία Σοφία.  Έχασε τον άντρα της από καρκίνο ενώ τα παιδιά της ζούσαν στην Αυστραλία.  Αυτήν την εξομολόγηση τη συντρόφευσε ένα δάκρυ.  Κι έπιασα τον εαυτό μου εκείνη τη στιγμή να της χαϊδεύει το χέρι. 
Έτσι ξεκίνησε η φιλία μας. Κάθε πρωί πήγαινα για καφέ στην κυρία Σοφία, αφού μόλις άκουγα το σούρσιμο και το τουκ-τουκ ήξερα ότι είχε ξυπνήσει.  Μάλιστα, αδημονούσα να ακούσω τον προσφιλή πλέον θόρυβο που έκανε για να πάω δίπλα.  Καθόμουν κοντά της κι απολάμβανα τις σοφές συμβουλές και την καλοσύνη της.  Ήταν πραγματικά σοφή.  Είχε μια δυνατότητα να μετουσιώνει το κακό σε καλό και το θυμό σε μαλακωμένο πόνο. 
Η παρέα μας κράτησε καιρό.  Ώσπου μια μέρα άκουσα φωνές και θορύβους από το διαμέρισμα της.  Φοβούμενη μην τυχόν και είχε γίνει τίποτα κακό, έτρεξα γρήγορα ως την πόρτα της.  Μια μεσόκοπη κυρία με καλημέρισε.
«Πρέπει να είστε η Περσεφόνη.  Η μαμά μου έχει μιλήσει άπειρες φορές για εσάς.  Και ήθελα να σας ευχαριστήσω για την παρέα που της κάνατε όλο αυτόν τον καιρό».
Η καρδιά μου αναπήδησε στο στήθος.  Τι έπαθε η κυρία Σοφία, σκέφτηκα με τα φίδια να μου ζώνουν την ψυχή.
«Έλα κόρη μου μέσα! Έφτιαξα καφεδάκια και για τις τρεις μας», ακούστηκε η γνώριμη φωνή της κυρίας Σοφίας και η καρδιά μου βρήκε το ρυθμό της πάλι. 
Αφού καθίσαμε και οι τρεις κι έγιναν οι περαιτέρω συστάσεις, μου ανακοίνωσαν ότι θα φύγει η κυρία Σοφία για να μείνει με τα παιδιά της στην Αυστραλία.  Δάκρυσα μπροστά τους ανερυθρίαστα.  Το σκληρό κέλυφος της ψυχής μου είχε προ πολλού σπάσει και η ευαισθησία, που ανέκαθεν με χαρακτήριζε, είχε αρχίσει να αναβλύζει και πάλι από μέσα μου.
«Θα μου λείψεις», της είπα. «Θα μου λείψει και το σούρσιμο και το τουκ-τουκ σου», έκανα, προσπαθώντας να βάλω ένα τόνο χιούμορ στη φωνή μου.
«Θα μιλάμε στο skype», μου είπε χαμογελώντας, αφήνοντας με άφωνη.
Έτσι η κυρία Σοφία έφυγε από τη ζωή μου.  Όχι όμως κι από μέσα μου.  Γιατί εξαιτίας της, άνοιξα την πληγή μου και τη γιάτρεψα.  Κι αν ακόμα και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, μου λείπει η καθημερινή της παρέα και οι συνοδευτικοί θόρυβοι αυτής, το σίγουρο είναι ότι με τη σοφία της με έβγαλε από το σκοτάδι, στο οποίο είχα βυθιστεί.  Και γι’αυτό έκτοτε την ευχαριστώ κάθε φορά που μιλάμε στο skype.

Συγγραφέας: Ευαγγελία Πέτρογλου - Σπουδάστρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...