Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τρίτη, 22 Μαΐου 2018

"Ιταλική πίτα" του Βασίλη Μυλωνά


Η Σοφία δεν μπορούσε να του δώσει το τελευταίο κομμάτι της πίτας. Φόρεσε το καρό σακάκι του και πήρε μαζί του το πορτοφόλι, τα τσιγάρα και τα κλειδιά. Έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω του.
Γύριζε στους δρόμους για ώρες, σαν αδέσποτο σκυλί. Περπατούσε σκυφτός, τα μάτια του ήταν κατακόκκινα και οι γροθιές σφιγμένες. Μια ξύλινη πινακίδα του έκλεισε τον δρόμο. «Οι καλύτερες πίτες της πόλης».
«Κάποιος παίζει μαζί μου» μονολόγησε και κοίταξε τον συννεφιασμένο ουρανό. Από την τζαμαρία φαίνονταν οι αχνιστές πίτες, άλλες αλμυρές, άλλες γλυκές. Κάθισε σε ένα τραπεζάκι και κοίταξε το μενού.

«Καλώς ήρθατε στο Μάμας Πάις, τι θα θέλατε να σας φέρω;» Η ιταλική προφορά της νεαρής, μελαχρινής σερβιτόρας δεν ξεγέλασε τον Τζον.
«Αυτήν» είπε και έδειξε το μενού.
«Ριγκατόνι με τρία τυριά! Αμέσως!»
Ο Τζον έφαγε την πρώτη μπουκιά και κοίταξε την σερβιτόρα. Φορούσε ένα λευκό πουκάμισο, από αυτά που φοράνε οι μάγειρες, με το λογότυπο του μαγαζιού, κόκκινο καπέλο τζόκεϊ και ένα μαύρο παντελόνι. Φωτογραφίες με γνωστούς πελάτες κρέμονταν σε κάθε τοίχο και έπειτα το βλέμμα του έπεσε πάνω στην βιτρίνα με τις πίτες που μόλις έβγαιναν από τον φούρνο. «Πολύ κακό για το τίποτα» ψιθύρισε. Σκέφτηκε την Σοφία να βγάζει χαμογελαστή την πίτα από τον φούρνο, περήφανη που πέτυχε, τουλάχιστον σε εμφάνιση, την ιταλικά συνταγή της γιαγιάς της. Σηκώθηκε πριν χαθεί πάλι στις σκέψεις του.
Είχε αρχίσει να ψιχαλίζει. Στάθηκε κάτω από την τέντα ενός κλειστού μανάβικου. Είδε αγγελίες με ενοικιάσεις, ξήλωσε μερικές σελίδες, κράτησε την μία και έβαλε τις υπόλοιπες στην τσέπη του. Διάβασε την πρώτη και κοίταξε την πινακίδα με την οδό. Πέρασε στην απέναντι μεριά του δρόμου και μπήκε σε μια παλιά πολυκατοικία που φαινόταν ότι είχε ανακαινιστεί πρόσφατα.
Σε λίγη ώρα έδινε το χέρι του σε μια συμπαθητική γριούλα, ονόματι Τζιν και έκλεισε την πόρτα του διαμερίσματος. Σήκωσε τα στόρια και είδε απέναντι και χαμηλά, το μαγαζί με τις πίτες. Θυμήθηκε για άλλη μια φορά την Σοφία. Τι να κάνει άραγε; Στεναχωρήθηκε καθόλου; Μήπως τηλεφώνησε αμέσως στον άλλον;
Πέρασαν μέρες πριν επιστρέψει στο σπίτι της Σοφία για να μαζέψει τα πράγματά του. Η ίδια έλειπε και ο Τζον ανακουφίστηκε. Έβαλε τα ρούχα του σε δυο βαλίτσες και εξαφανίστηκε στην σκοτεινιά του δρόμου. Λυπόταν μόνο που έπρεπε να γυρίσει ξανά για τα βιβλία του, τις κορνίζες με τους αγαπημένους του συγγραφείς και τα «έργα τέχνης», όπως ονόμαζε τις παλιές επιστολές με τον μέντορά του.
Ο νους του ταξίδευε πέρα από τον χρόνο στο μικρό διαμέρισμα της Μπίγκλοου Στριτ. Τα μεγάλα καστανά μάτια του ήταν πια μισόκλειστα. Το πρόσωπό του είχε αγριέψει από πυκνές, αξύριστες τρίχες και τα σκουροκάστανα μαλλιά του είχαν μέρες να νοιώσουν τα σκληρά δόντια της χτένας.
«Άλλη μια φορά, τελευταία φορά» είπε και μπήκε στο διαμέρισμα της Σοφία. Έβαλε ότι είχε απομείνει σε μια μεγάλη κούτα και κοίταξε γύρω του. Πλησίασε το τραπέζι της κουζίνας και το χτύπησε με δύναμη. Έπιασε το σημείωμα, πάνω από την πίτα και το τσαλάκωσε.
«Ήθελε πίτα ο Μπεν; Ε λοιπόν δεν θα φάει» Βούτηξε τα χέρια του στην πίτα και τα άδειαζε στο ξεχειλισμένο στόμα του. Τα ρούχα του, το τραπέζι και το πάτωμα είχαν γεμίσει με κόκκινη σάλτσα. Άκουσε κλειδιά στην πόρτα και πλύθηκε αμέσως. Είδε έναν άντρα ψηλό και γεροδεμένο, με τραχύ πρόσωπο να ξύνει τις τρίχες του χεριού του. Έσκυψε το κεφάλι και πέρασε δίπλα του. Σήκωσε την κούτα και χάθηκε στον μακρύ διάδρομο της πολυκατοικίας.
«Έχετε ένα νέο μήνυμα: Τζον, δεν ξέρω που στο διάολο έχεις χαθεί αλλά ελπίζω να καταλαβαίνεις ότι δεν έχεις θέση εδώ πια. Η επιταγή σου είναι στο λογιστήριο. Και κάτι άλλο, θα φροντίσω να μην ξαναβρείς δουλειά σ’ αυτήν την γαμημένη πόλη». Σε μια στιγμή ο τηλεφωνητής βρισκόταν στο πάτωμα, σπασμένος σε δύο κομμάτια, κι άλλα μικρότερα διασκορπισμένα τριγύρω.  
Ένα δάκρυ κύλησε από το ζαρωμένο πρόσωπο της κυρίας Τζιν. Η ίδια φώναξε ένα ταξί και τον αγκάλιασε, για τελευταία φορά. Στον δρόμο για το αεροδρόμιο, ο Τζον σκεφτόταν τα τρία χρόνια που πέρασε στην πόλη που άφηνε πίσω του. Τις όμορφες στιγμές που πέρασε με την Σοφία, το γραφείο του στον εκδοτικό οίκο και την συμπαθητική γριούλα, την τελευταία γυναίκα που συνάντησε σ’ αυτήν την άθλια πόλη. Θυμήθηκε το τελευταίο κομμάτι της πίτας, που δεν προοριζόταν γι’ αυτόν. Ήταν ο τρόπος της Σοφία για να του δείξει ότι όλα είχαν τελειώσει, ότι υπήρχε πια ένας καινούριος άντρας στην ζωή της. Ήταν ο ίδιος τρόπος που η γιαγιά της, από την Νάπολι, είχε ξεφορτωθεί κάποιον Πάολο.

Συγγραφέας: Βασίλης Μυλωνας - Σπουδαστής Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...