Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2018

"Η εν καρδία Σαλή" της Ευαγγελίας Πέτρογλου


Καθόμουν στην καφετέρια της σχολής όταν την πρωτοαντίκρισα.  Η φωνή της ακουγόταν πολλή ώρα πριν μπει στην αίθουσα.  Η αρχική μου σκέψη ήταν μάλιστα ότι ένας ακόμα μουρλός άνθρωπος θα κάνει την εμφάνιση του στην Καλών Τεχνών.  Μετά από λίγο, μια πολύχρωμη μορφή γεμάτη glitter σε όλο το πρόσωπο έκανε την εμφάνιση της στο χώρο.  Η τρανταχτή φωνή ξαναήχησε και την ακολούθησε κι ένα κακαριστό γέλιο που μου πήρε τα αυτιά.  Δεν ήμουν και πολύ στις καλές μου εκείνον τον καιρό και κάθε είδους περίεργο ερέθισμα ήταν ικανό να με βγάλει εκτός εαυτού.  Την παρακολούθησα με την άκρη των ματιών μου όσο κινιόταν στο χώρο κι αφού πήρε μια αξιοθαύμαστη ποσότητα φαγητού, κάθισε με την παρέα της σε ένα κοντινό μου τραπέζι.  Το γέλιο και οι φωνές συνεχίστηκαν, οπότε εγώ αποχώρησα πριν καλά-καλά τελειώσω τον καφέ μου, ευχόμενη να μην τη συναντώ πολύ συχνά.

Τις επόμενες μέρες, δεν πάτησα στη σχολή.  Τα βουλιμικά μου επεισόδια είχαν γίνει δυσβάσταχτα.  Ήμουν βουτηγμένη στη μοναξιά και την πίκρα και δεν είχα καμιά όρεξη να με δούνε οι φιλενάδες μου σε αυτή τη κατάσταση.  Δεν είχαν ιδέα τι μου συνέβαινε και ήξερα ότι αν το αποκάλυπτα, θα απομακρύνονταν από κοντά μου.  Και δεν θα με εξέπληττε αυτό αφού η συνθήκη της «φιλίας» μας ήταν η τελειότητα.
Όταν συνήρθα λιγάκι, πήγα με το ζόρι στη σχολή.  Βρήκα τη θέση μου στο αμφιθέατρο, δίπλα στις φιλενάδες μου.
«Κατερίνα, που να δεις το καινούργιο ‘φρούτο’ της σχολής.  Έχει γίνει ντόρος με το σούργελο αυτό», χασκογέλασε η Μαρία.
«Τι εννοείς;» της είπα εντελώς ανόρεχτα, έχοντας βαρεθεί την αιώνια χλευαστική της διάθεση.
«Να τι εννοώ», είπε, δείχνοντας με το βλέμμα της τη φιγούρα-glitter.
Την είχα ξεχάσει τελείως.  Μπήκε φουριόζα στο αμφιθέατρο, κατέβηκε δυο-δυο τα σκαλιά κι εγκαταστάθηκε στην πρώτη σειρά στην πιο κεντρική θέση.  Κατά τη διάρκεια της διάλεξης, δεν έβαλε γλώσσα μέσα της.  Όλο ρωτούσε τον καθηγητή για τα πάντα, εξέθετε την άποψη της για κάθε ζωγράφο των περασμένων αιώνων, και σήκωνε προθυμότατα το χέρι της για να απαντήσει σε κάθε ερώτηση που τίθετο.  Κι αυτό γινόταν σε κάθε διάλεξη του εν λόγω μαθήματος.  Ευτυχώς δεν την είχα σε άλλα μαθήματα, σκεφτόμουν.
Όταν έφτασε η εποχή των εξετάσεων, δεν ήμουν στα καλύτερα μου.  Οι βουλιμίες και οι εμμονές είχαν χτυπήσει κόκκινο, ένιωθα συνέχεια εξαντλημένη και μια μόνιμη ζαλάδα με έκανε να χάνω τη γη κάτω από τα πόδια μου.  Έπρεπε ωστόσο να πάω στην εξέταση.  Όταν μπήκα στην αμφιθεατρική αίθουσα, κάθισα μπροστά καθώς τα πάνω έδρανα ήταν όλα πιασμένα από τα γνωστά «σκονάκια».  Δύο θέσεις παραδίπλα η φιγούρα glitter έλαμπε κυριολεκτικά και μεταφορικά.  Τι κέφι έχει αυτή η γυναίκα, σκέφτηκα.  Τόσο κέφι μου φαινόταν αδιανόητο, πόσο μάλλον πρωί-πρωί με την τσίμπλα στο μάτι.  Κι αυτή ήταν θυμάμαι η τελευταία μου σκέψη πριν χάσω τις αισθήσεις μου.  Όταν ξανάνοιξα τα μάτια μου, δύο ανήσυχα μάτια, γεμάτα νοιάξιμο ήταν καρφωμένα πάνω μου. 
«Παιδιά, εντάξει ξύπνησε, όλα καλά.  Θα την πάω εγώ έξω να πάρει λίγο αέρα», ενημέρωσε η τρανταχτή φωνή που συνόδευε αυτά τα μάτια.  Για πρώτη φορά, αγνόησα τη λάμψη του glitter.  Το νοιάξιμο την εκτόπισε.
Μετά από λίγο, βγήκαμε πιασμένες αγκαζέ από την αίθουσα και πήγαμε στην καφετέρια.  Η Τζωρτζίνα (φρόντισα να μάθω το όνομα της) μου έφερε παγωμένο νερό και καφέ να συνέλθω.  Καθίσαμε σε ένα παγκάκι και αφού μου είπε τι έγινε, κατάλαβα ότι αν δεν με έπιανε αυτή, θα είχα χτυπήσει άσχημα τη στιγμή που λιποθυμούσα.
«Μην ανησυχείς, όλα καλά θα πάνε.  Δεν τρως βρε κορίτσι μου κι εσύ τίποτα;  Κοίτα εμένα με τα κιλάκια μου! Τουλάχιστον δεν κινδυνεύω να λιποθυμήσω από την αφαγία», είπε κακαρίζοντας με τον προσφιλή της τρόπο.
«Τρώω. Και μάλιστα πολύ.  Αλλά μετά τα βγάζω όλα.  Μια ζωή πρωταθλήτρια στίβου ήμουν, έχω μάθει όλα τα κόλπα για να κρύβω τα βουλιμικά μου».  Η φωνή μου μόλις ακουγόταν.  Είπα τη μεγαλύτερη μου αλήθεια σε μια άγνωστη. 
«Εγώ πάντως ό,τι τρώω δεν το βγάζω.  Χαζή είμαι; Το φαί είναι η αδυναμία μου.  Α και το glitter, για να μην ξεχνιόμαστε», ξανακακάρισε.
«Τζωρτζίνα, εσύ όμως έχασες την εξέταση του μαθήματος για να με βοηθήσεις!».  Μόλις είχα συνειδητοποιήσει ότι έτρεξε για μένα μια άγνωστη ενώ οι «φίλες» μου φρόντιζαν να περάσουν με κάθε τρόπο το μάθημα.  Ακόμα κι αν ο τρόπος τους ήταν να με αγνοήσουν. 
«Καλέ σοβαρά μιλάς;  Σιγά το μάθημα.  Υπάρχουν κι άλλες εξεταστικές κορίτσι μου.  Προέχει το να είμαστε καλά!», μου είπε, κλείνοντας το μάτι.
Από τότε γίναμε αχώριστες με την Τζωρτζίνα.  Μου είπε όλη την ιστορία της και κατάλαβα τι έκρυβε κι αυτή με το τόσο glitter. Μια χρυσή, κακοποιημένη καρδιά, ένα ανθρώπινο μεγαλείο για να μην πονάει από τους εξευτελισμούς και τις ταπεινώσεις του πατέρα της αφού έχασε τη μαμά της πριν κάμποσα χρόνια.  Χάρη σε αυτήν, πήγα σε ψυχολόγο και ξεπέρασα τις βουλιμίες μου, τέλειωσα τη σχολή και μετά από λίγο γνώρισα τον μελλοντικό μου σύζυγο.  Και φυσικά ήταν η κουμπάρα μου.
«Κατέβα κάτω, σου έχω μια έκπληξη», φώναξε η Τζωρτζίνα στο τηλέφωνο, βγάζοντας με από την ονειροπόληση μου.  Είκοσι χρόνια μετά, η ένταση της φωνής της δεν άλλαξε καθόλου.
«Τι έγινε μωρέ τρελαμένη;»
«Βράδυ καραόκε σήμερα.  Αφήνεις άντρα και παιδιά και περνάμε γαμάτα!», μου ανακοίνωσε κακαρίζοντας. 
Κάποιοι άνθρωποι δεν αλλάζουν, σκέφτηκα.  Κι αυτό είναι τουλάχιστον στην περίπτωση της φιλίας μου με την Τζωρτζίνα ευλογία…

Συγγραφέας: Ευαγγελία Πέτρογλου - Σπουδάστρια Tabula Rasa 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...