Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

"Ο Πάτρικ κι ο λύκος" του Δημήτρη Βαβάτσικου


Ο Αντρέας καθόταν σιωπηλός κάτω από την σκιά της γέρικης κληματαριάς. Δύο μέρες τώρα δεν είχε μιλήσει σε άνθρωπο, δεν έτρωγε και είχε κοιμηθεί ελάχιστα. Τη νύχτα τριγυρνούσε σαν αγρίμι στο χωριό και το πρωί με τα μάτια κόκκινα από το ξενύχτι και το κλάμα, στην ίδια θέση κάτω από την κληματαριά, άκουγε από μακριά τα κύματα του Ιονίου να σκάνε στην μεγάλη παραλία.

Ο Γκούφι είχε πεθάνει στα χέρια του με το στόμα γεμάτο αφρούς και το κορμάκι του να συσπάται απελπισμένα. Το άμοιρο το ζωντανό πρέπει να υπέφερε φριχτά. Ο Αντρέας τον έθαψε στον κήπο κι ο Γκούφι, μια ψυχή έξι μόλις μηνών, που γνώρισε την ανθρώπινη διαστροφή σε όλο της το μεγαλείο, αναπαυόταν τώρα κάτω από το χώμα της Λευκάδας.


Η μητέρα του Αντρέα άφησε το πιάτο με το φαγητό στο τραπέζι. Δεν γύρισε να την κοιτάξει όμως ένοιωσε την αγωνία της καθώς στεκόταν όρθια από πάνω του, με την προσδοκία να ακούσει να της λέει μια κουβέντα. Τελικά μίλησε εκείνη:

- Αγόρι μου, σε παρακαλώ, προσπάθησε να συνέρθεις. Είναι κρίμα δεν λέω, όμως ένα σκυλί ήταν μόνο!

Η φωνή του ακούστηκε ξανά μετά από δύο μέρες σιωπής.

- Μάνα ξέρω ποιος το έκανε!

Εκείνη τινάχτηκε τρομαγμένη.

- Δεν έχεις καμία απόδειξη για αυτό που λες. Καμία! Κι έφυγε γρήγορα για την κουζίνα…

Ο Πατ Φλάναγκαν, Αμερικανός ιρλανδικής καταγωγής, ζούσε σε μια κωμόπολη της Γιούτα. Όπως κι ο συγχωρεμένος ο πατέρας του, δούλευε κι αυτός εργάτης στο μεγάλο εργοστάσιο ξυλείας της περιοχής. Ο Πατ ήταν μέθυσος, καβγατζής και μισογύνης. Είχε μανία με τα όπλα και το κυνήγι και το σπίτι του ήταν γεμάτο με βαλσαμωμένα κεφάλια ζώων. Το Σάββατο πήγαινε πάντα στο μπαρ κι όλοι άκουγαν χιλιοειπωμένες ιστορίες που είχαν ως πρωταγωνιστή τον Πατ να σκοτώνει ελάφια κι αγριογούρουνα, ή να “κανονίζει” κάποια όμορφη κυρία με το τεράστιο [κατά τα λεγόμενά του πάντα] πέος του.

- Όλες είναι πουτάνες! Φώναζε σε όλους.

- Σας το λέω εγώ που έχω πάει με τόσες!

Στην πραγματικότητα οι μόνες θηλυκού γένους επισκέψεις που δεχόταν ο Πατ, ήταν οι μηνύσεις για σεξουαλικές παρενοχλήσεις και καβγάδες, που ο βοηθός του σερίφη άφηνε κάθε τόσο κάτω από την πόρτα του. Στην μικρή πόλη όλοι τον κορόιδευαν πίσω από την πλάτη του και τον απέφευγαν. Η μόνη του απόλαυση ήταν το κυνήγι.  Ηδονιζόταν σαν έβλεπε τα ζώα να υποφέρουν. Δεν τους έδινε ποτέ την χαριστική βολή. Τα παρατηρούσε να ψυχορραγούν αργά κι ο πόνος τους γέμιζε την ψυχή του με μια άγρια αρρωστημένη χαρά.

Εκείνη την Κυριακή είχε στηθεί από τα χαράματα στο καρτέρι πίσω από τους θάμνους. Είχε περάσει πολλή ώρα και το ελάφι δεν έλεγε να φανεί. Το κρύο στην Γιούτα είναι αβάσταχτο κι ο Πατ που το ήξερε αυτό, είχε πάντα ένα φλασκί με μπέρμπον μαζί του. Μία ώρα μετά είχε τελειώσει σχεδόν όλο το ποτό κι ένιωσε τα βλέφαρά του να βαραίνουν. Έβρισε από μέσα του και προσπάθησε να μείνει ξύπνιος. Αποκοιμήθηκε χωρίς να το καταλάβει…

Τον ξύπνησε το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Ήταν όμως αργά… Το τελευταίο πράγμα που είδε στην ζωή του ο Πάτρικ Φλάναγκαν, ήταν μια μεγάλη σκιά πάνω από το κεφάλι του. Ύστερα τα δυνατά σαγόνια του λύκου έκλεισαν γύρω από τον λαιμό του…

Ο Αργύρης βγήκε από το καφενείο χαρούμενος. Είχε κερδίσει σήμερα την παρτίδα, είχε πιει και τα τσιπουράκια του και η ζωή του φαινόταν ωραία. Το μεθύσι τού φούντωσε το πάθος για την Ελένη. Ανασήκωσε τους ώμους. Θα την ξυπνούσε, θα έσβηνε τον πόθο του κι ύστερα θα κοιμόταν σαν πουλάκι, χωρίς να τον ξυπνήσει το βρωμόσκυλο με τα γαυγίσματά του. Χαμογέλασε αλαζονικά σαν σκέφτηκε πόσο καλά τα είχε καταφέρει.

Ήρθε ένα καλοκαίρι για διακοπές στην Λευκάδα και δεν έφυγε ποτέ από το νησί, αφού παντρεύτηκε την Ελένη την όμορφη Λευκαδίτισσα ιδιοκτήτρια ενός μικρού, αλλά ιδιαιτέρως κερδοφόρου ξενοδοχείου. Ο Αργύρης βοηθούσε υποτίθεται στη δουλειά, όμως στην πραγματικότητα όλη η φροντίδα κι όλη η ευθύνη έπεφτε πάνω στους ώμους της Ελένης. Κάποια βράδια που η γυναίκα του έπεφτε αποκαμωμένη για ύπνο, αυτός καλοντυμένος κι αρωματισμένος έπαιρνε το αγροτικό και κατέβαινε στην Χώρα. Θεωρούσε ευλογία το γεγονός ότι η πτώση των ανατολικών καθεστώτων έφερε στο νότο αυτές τις υπέροχες ξανθές γαλανομάτες με την λευκή επιδερμίδα. Είχε ξοδέψει αρκετή από την περιουσία της Ελένης σ’ αυτές, χωρίς να νιώθει καμιά τύψη.

- Τι διάολο! Άντρας είμαι! Σκεφτόταν και καμάρωνε.

Στάθηκε κάτω από μια κολώνα για να ανάψει τσιγάρο. Την ώρα που έψαχνε στο σακάκι του για τον αναπτήρα, παρατήρησε πως στο φως του στύλου εκτός από την δική του, υπήρχε και μια δεύτερη σκιά. Κάποιος ήταν πίσω του! Δεν πρόλαβε να γυρίσει. Το χτύπημα του συνέτριψε την σπονδυλική στήλη και τον έριξε στο έδαφος. Προσπάθησε να φωνάξει μα δεν του έβγαινε η φωνή. Κι ύστερα δύο χέρια του άνοιξαν με την βία το στόμα και κάτι του έβαλαν μέσα. Τα ίδια χέρια του έφραξαν τις αναπνευστικές οδούς και τον ανάγκασαν να καταπιεί. Πέθανε με φριχτούς πόνους και το στόμα γεμάτο αφρούς. Θάφτηκε χωρίς δόξα και τιμή, κάτω από το λευκαδίτικο χώμα, δίπλα σε ένα σκύλο ονόματι Γκούφι…

Η Μάρθα Φλάναγκαν είχε κάνει μπάνιο και τώρα με την πετσέτα τυλιγμένη γύρω της βαφόταν μπροστά στον καθρέφτη. Ο μικρός Πατ την έβλεπε να ετοιμάζεται και σκεφτόταν πως η μαμά του είναι πολύ όμορφη. Ποιο πολύ από όλα τον εντυπωσίαζε εκείνη η έντονη πράσινη σκιά που η μαμά έβαζε πάνω από τα μάτια της. Κάπως έτσι φανταζόταν τις νεράιδες στα παιδικά παραμύθια που εκείνη του διάβαζε τα βράδια πριν κοιμηθεί…

Η Μάρθα ντύθηκε βιαστικά, του είπε πως δεν θα αργήσει και του συνέστησε να είναι ήσυχο παιδάκι. Αυτό συνέβαινε σχεδόν κάθε φορά που ο μπαμπάς του είχε απογευματινή βάρδια στο εργοστάσιο ξυλείας. Η μαμά γύριζε πάντα νωρίς, έβαζε το νυχτικό της, ετοίμαζε φαγητό για τον μπαμπά και τον περίμενε καθισμένη στον καναπέ.

Εκείνο το βράδυ όμως, ο πατέρας του γύρισε στο σπίτι πριν από την μαμά. Φαινόταν θυμωμένος. Πρόσταξε τον Πατ να κλειστεί στο δωμάτιο του και να μην βγει καθόλου από εκεί. Όταν η μητέρα του γύρισε, ο Πατ τρόμαξε από τις φωνές και τους θορύβους. Άνοιξε λίγο την πόρτα του δωματίου και είδε τον πατέρα του να έχει πιάσει την μητέρα του από τα μαλλιά και να χτυπάει το κεφάλι της στο ντουλάπι της κουζίνας. Η Μάρθα πέθανε από εγκεφαλική αιμορραγία κι ο πατέρας του παραδόθηκε στην αστυνομία. Τρεις μήνες αργότερα αυτοκτόνησε στην φυλακή… Η τελευταία ανάμνηση που είχε ο Πατ από την μητέρα του, ήταν η εικόνα της νεκρή στο φορείο, με την πράσινη σκιά να έχει μουτζουρώσει το παραμορφωμένο από τα χτυπήματα πρόσωπό της.

Πέρασε όλα τα παιδικά του χρόνια στο ορφανοτροφείο. Κάθε βράδυ τα όνειρα του τα στοίχειωναν τα ουρλιαχτά της μητέρας του, και ο πατέρας του που φώναζε:

-Είσαι πουτάνα. Όλες οι γυναίκες πουτάνες είστε!

Ο Αντρέας έπινε ήσυχα τον καφέ του, όταν είδε την μητέρα του να έρχεται βιαστικά προς το μέρος του. Ήταν χλωμή και φανερά αναστατωμένη.

- Ο Αργύρης εξαφανίστηκε, του είπε τρομαγμένη.

- Θα το έσκασε με κάποια Ρωσίδα, απάντησε εκείνος αδιάφορα.

- Πες μου ότι δεν έχεις καμία σχέση εσύ με αυτό, του είπε με την φωνή της να τρέμει.

- Δεν έχεις καμία απόδειξη για αυτό που λες. Καμία, της απάντησε…

Εκείνο το χοντρό κλαδί της ελιάς που καιγόταν στο τζάκι του Αντρέα είχε κάνει πολλά πριν φτάσει εδώ. Παλιά ήταν κομμάτι μιας αιωνόβιας ελιάς, φορτωμένο με τον ευλογημένο καρπό και με τα ασημοπράσινα φύλλα του να ρίχνουν την σκιά τους στο χώμα. Μετά κατάφερε ένα σφοδρό χτύπημα σ’ έναν άνθρωπο και τώρα σκορπούσε μια γλυκιά ζέστη στο δωμάτιο που η γυναίκα του Αντρέα έπαιζε με τις κόρες της.

Τον ίδιο χειμώνα ένας λύκος διέσχιζε τα παγωμένα βουνά της Γιούτα, όταν ένα μικρό ελάφι πέρασε ξαφνικά από μπροστά του. Συνέχισε τον δρόμο του χωρίς να δείξει την παραμικρή διάθεση να το κυνηγήσει.

Ήταν χορτασμένος…

Συγγραφέας: Δημήτρης Βαβάτσικος - Σπουδαστής Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...